Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΜΠΑΞΕΔΑΚΙ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


Ασφαλώς και στα πολύ παλιά χρόνια, από την πρώτη κατοίκηση των Αθηνών, διάφορα σημεία τα οποία σήμερα είναι φουντωμένη η πόλη, ήταν χωράφια και κήποι με τα προϊόντα των οποίων οι αρχαίοι εκείνοι κάτοικοι τρέφονταν και σίγουρα τα αντάλλασαν με άλλα αγαθά ή  υπηρεσίες. Εννοείται δε ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα καλλιεργημένα εδάφη της πόλης ήταν κοντά σε σημεία που υπήρχαν πηγές και ρέματα που σήμερα θάφτηκαν κάτω από τα τσιμέντα και τις στρώσεις της ασφάλτου και τα νερά τους αναβλύζουν δίπλα από τους υπονόμους και τις σωλήνες του αποχετευτικού δικτύου.

Ορισμένα από αυτά και για διάφορους λόγους γλίτωσαν και τα οποία σήμερα αποτελούν τα πάρκα, τα αλσύλια και διάφορους άλλους χώρους που χαρακτηρίζονται ως πράσινο χωρίς φυσικά αυτό να είναι να αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα καθώς ως δημόσιος χώρος υφίσταται τις συνέπειες που έχει η πλημμελής προστασία και η γενική αδιαφορία. Το ίδιο πάνω κάτω συμβαίνει και με τα άδεια οικόπεδα ή άλλους ελεύθερους χώρους που κηδεμονεύονται· κι εκεί τα χαρακτηρίζει η αδιαφορία και συνήθως αποτελούν χωματερή άχρηστων αντικειμένων και υλικών καθώς και καταφύγιο των αδέσποτων της πόλης. Εννοείται βέβαια ότι πουθενά σχεδόν αυτοί οι άδειοι χώροι δεν λειτουργούν ως παραγωγική γη όπου καλλιεργείται κάτι ή έστω να φιλοξενούν καλλωπιστικά φυτά.

Έτσι, ενώ είναι συχνό φαινόμενο σε κάποια σπίτια στις απόμακρες συνοικίες της πόλης οι αυλές ή οι κήποι όσων σπιτιών διαθέτουν να δει κάποιος ένα κομμάτι γης με λαχανικά, μέσα στην πόλη είναι πολύ σπάνιο έως ανύπαρκτο. Γι’ αυτό και ξαφνιάζει το καταπράσινο μπαξεδάκι που δημιούργησε κάποιος άγνωστος σε μένα τουλάχιστον, στη ρίζα του τοίχου του προαυλίου της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, απέναντι στον Ευαγγελισμό.

Ποιος ξέρει τι ήταν αυτό που οδήγησε αυτόν τον άνθρωπο να φτιάξει το κηπάκι σε αυτό το σημείο. Μπορεί να συντάχθηκε κι αυτός με μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που καλλιεργούν στις βεράντες τους σε γλάστρες ζαρζαβατικά για ομορφιά ή για τη συμπλήρωμα στην τσάντα του μανάβικου, μπορεί όμως και να κουβαλούσε κάποια μνήμη από το χωριό του όπου σε ένα τέτοιο κήπο στηρίζονταν η διατροφή της οικογένειας για πολλούς μήνες. Έτσι λοιπόν έκατσε δίπλα στον τοίχο, όρισε μετά το μπαξεδάκι με μικρά όμορφα πασαλάκια για να μη παρασέρνει το χώμα το νερό και φύτεψε λίγα καλαμπόκια, κολοκυθιές και φασόλια τα οποία όπως φουντώνουν μπορεί να τα πιάσει ο περαστικός και από τη σκάλα και τα οποία ποτίζει με το λάστιχο που τραβάει από την βρύση που είναι στην αυλή της εκκλησίας.

Θα μπορούσε να το φράξει να μην το πλησιάζει κανένας και να μην τρυγούν τον κόπο του οι περαστικοί αλλά δεν το έκανε. Όχι γιατί δεν θα βρεθεί κανένας ανάποδος και θα απλώσει το χέρι του· τούτο είναι βέβαιο πως θα συμβεί μόλις μεστώσουν τα καλαμπόκια αλλά φαίνεται πως ο μπαξεβάνης δεν νοιάζεται για κάτι τέτοιο. Ούτε πάλι έβαλε σκιάχτρο για να φοβούνται τα πουλιά και να μην πλησιάζουν καθώς ούτε αυτά τα φοβάται. Αυτός έκανε απλά το μεράκι του και το άφησε να το φυλάνε οι αγαθοί δαίμονες της πόλης που προστατεύουν τέτοιες όμορφες πρωτοβουλίες και λογής – λογής γόνιμες επενδύσεις.  

ΑΘΗΝΑ, 13072018, Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 34. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου