Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΝΗΓΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΝΗΓΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

ΟΙ ΦΩΛΙΕΣ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ




Εκεί που είναι το αμπέλι του Φώτη Γκατζούνη ανάμεσα στα χωριά Καλλίθηρο (Σέκλιζα) και Αμπελικό, στο τέλος του καρδιτσιώτικου κάμπου και πριν αρχίσουν να ανεβαίνουν τα Άγραφα ο τόπος πάντα προσφέρονταν για την αμπελουργία και το κρασί που βγαίνει από τα κλήματα της περιοχής είναι ονομαστό σε όλη την Καρδίτσα και πέρα απ’ αυτή ακόμη.
Τούτο οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, τόσο της φύσης αλλά κυρίως από το μεράκι την πείρα των αμπελουργών και των οινοποιών, πράγματα που για πολλούς ντόπιους δεν αμφισβητούνται καθώς η παράδοση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά στηρίζει τις καινοτομίες κι έτσι τους δίνεται το προνόμιο να καμαρώνουν για το αποτέλεσμα.

Πότε έγινε το πρώτο αμπέλι στην περιοχή, κανένας δεν γνωρίζει. Ούτε φυσικά πότε και ποιος ημέρωσε το πρώτο κλήμα και το έκανε να βελτιώνεται συνεχώς μέχρι να φτάσει στις σημερινές εξαιρετικές ποικιλίες. Ένας άνθρωπος έκανε το πρώτο βήμα και σιγά – σιγά η περιοχή που ήταν κάποτε ρουμάνι έγινε αμπελότοπος. Μπορεί βέβαια τα δέντρα να έδωσαν τη θέση τους στα αμπέλια αλλά δεν έφυγαν μακριά, μένουν στις άκρες ή στριμώχνονται στο λόγγο που αβόσκητος και απάτητος σφίγγει όλο πιο πολύ το τοπίο.



Το ίδιο έγινε και με τα άγρια ζωντανά όταν ο αρχαίος άνθρωπος όρισε τον τόπο που ξεχέρσωσε ως δικό του, του έδωσε όνομα και τον έφραξε όπου μπορούσε για να έχει σίγουρη τροφή για τα δικά του.  Απομακρύνθηκαν προς το βουνό, λιγόστεψαν από τον φόβο και το κυνήγι και σπάνια πλέον πλησίαζαν τα χωράφια και τις περισσότερες φορές τους έβγαινε σε κακό. Και τα νερά από τα ρέματα και τις πηγές ακόμη μάζεψε εκείνος ο άνθρωπος να ποτίζει τα δικά του ζωντανά και να αρδεύει τα χωράφια του αδιαφορώντας αν έχουν μια σταγόνα να ξεδιψάσουν τα ζωντανά του λόγγου και τα πουλιά των αγρών. 
Και τα πουλιά στριμώχτηκαν από αυτή την κατάσταση, μπορούσαν να πετάνε όμως πάνω από τις ιδιοκτησίες και να φτιάχνουν τη φωλιά τους όπου τα βόλευε, πράγμα που συνηθίζουν να κάνουν μέχρι σήμερα, όπως φανερώνουν τα πράγματα στο αμπέλι που έφτιαξε το 2004 με διάφορες ποικιλίες ο Φώτης Γκατζούνης ο οποίος είναι και πρόεδρος του δυναμικού και δραστήριου Συλλόγου Αμπελουργών Καρδίτσας «Διόνυσος Α.Σ.». 
Έτσι δεν ένιωσε έκπληξη όταν περπατούσε στο αμπέλι πριν από καμιά δεκαριά ημέρες  και είδε στα κλαδιά ενός κλήματος μια περιποιημένη φωλιά κότσυφα με ένα αυγό. 

Κοίταξε γύρω δεν είδε τους γονείς πουθενά, από κάπου όμως κουρνιασμένοι σε κρυφό κλαρί θα τον παρακολουθούσαν. Στάθηκε λίγο, την καμάρωσε και έφυγε να προλάβει τη δουλειά και σαν ξαναπέρασε από αυτό το σημείο είδε με λύπη πως κάποιο άλλο ζωντανό που δεν είχε την δική του ευαισθησία το έσπασε και με το περιεχόμενό του έδιωξε την πείνα του. Κάποιο αρπακτικό θα ήταν, μπορεί όμως και αλεπού ή κουνάβι που αφθονούν στην περιοχή. Κοίταξε πάλι γύρω του, πουθενά οι γονείς του, κάπου θα παρακολουθούσαν κρυμμένοι το δράμα και φέτος μάλλον δεν θα κελαηδάνε χαρούμενα γύρω από το αμπέλι.



Την επομένη ημέρα που ξαναπήγε ο Φώτης για κορφολόγημα στο αμπέλι, στη ρίζα ενός άλλου κλήματος είδε μια φωλιά, ορτυκιών αυτή τη φορά με τέσσερα λαμπερά αυγά μέσα. Στάθηκε λίγο, τα χάζεψε και απομακρύνθηκε κάνοντας την ευχή να μην έχουν την τύχη των αυγών του κότσυφα και από εκείνη την ημέρα τα έχει στο νου του περιμένοντας να σκάσουν, να μεγαλώσουν τα ορτυκόπουλα που θα βγουν ενώ είναι διατεθειμένος του χρόνου να τους προσφέρει πάλι φιλοξενία αλλά για την ασφάλεια δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα.  Όλα τα πλάσματα και ιδιαίτερα τα άγρια ακολουθούν τις δικούς τους κανόνες στη ζωή και κανένας δεν μπορεί να παρέμβει να τους αλλάξει προς όφελος της μιας μεριάς ή της άλλης κι ας η μάχη της επιβίωσης που δίνουν γίνεται στο δικό του χωράφι... 
  
Φωτογραφίες: Φώτης Γκατζούνης

ΑΘΗΝΑ, 03072019. Δημοκρατία - Κυνήγι, 27062019.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

ΤΑ ΑΓΡΙΜΙΑ ΑΦΑΝΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΧΕΛΩΝΕΣ



Ραντεβού στο μονοπάτι για συζήτηση...

Από τα πλάσματα που ζουν το καλοκαίρι κάτω από τις φτέρες είναι και οι χελώνες και στο  υπόστρωμα που δημιουργούν όταν ξεραίνονται κοιμούνται το χειμώνα. Κάτω από τις φτέρες βρίσκουν χλωρή τροφή και επί πλέον κρύβονται από τους εχθρούς τους.

Στα χωράφια του χωριού παλιότερα κινούνταν πολλές χελώνες. Καταλαβαίναμε από τα σπασμένα τσόφλια που είχαν κάνει τις φωλιές τους καθώς και χελωνάκια τα οποία δεν πείραζε κανένας, όπως άλλωστε και τις μεγάλες. Κατά κάποιο τρόπο ήταν ένα προστατευόμενο είδος και μάλλον αδιάφορο αφού δεν έκανε ζημιές στα μποστάνια.

Η μάνα μου, ενενήντα χρονών σήμερα και η οποία έζησε όλα τα χρόνια της στο ύπαιθρο και συνεχίζει ακόμη να περπατάει στα παρατημένα χωράφια, μεταξύ άλλων παρατήρησε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν λιγοστέψει πολύ οι χελώνες ενώ δεν έχει δει κανένα χελωνάκι. Αντιθέτως, βλέπει όλες τις φωλιές που έκαναν στο χωράφι κατεστραμμένες και τα σπασμένα τσόφλια δείχνουν πως δεν βγήκε από αυτά κανένα ζωντανό.

Το γεγονός αποδίδει στην υπερβολική αύξηση των αλεπούδων καθώς και των κουναβιών που δεν βρίσκουν τροφή και ρημάζουν τις φωλιές από τις χελώνες. Παλιότερα, λέει, ήταν τα χωράφια γεμάτα κόσμο και παντού τριγύριζαν σκυλιά, πράγμα που τις κρατούσε σε απόσταση και φυσικά σε μικρό αριθμό. Τώρα που τίποτα δεν τις απειλεί, σαρώνουν τόπο και δεν αφήνουν τίποτα αφάγωτο. Έτσι δικαιολογεί την μείωση του αριθμού των χελωνών αλλά και των σχατζόχοιρων που έχουν την μοίρα από τις λιμασμένες αλεπούδες.
«Σε λίγα χρόνια δεν θα ακούς τίποτα στο χωράφι» λέει και στεναχωριέται γιατί οι χελώνες ήταν γι’ αυτή μια συντροφιά και το σούρσιμό τους ανάμεσα στα χόρτα και τις φτέρες, την έδιναν την εντύπωση πως δεν ήταν μόνη στις δουλειές που έκανε στο ύπαιθρο. Με τον τρόπο της η κυρά Κούλα σχολιάζει την σκληρή πραγματικότητα στην έρημη ελληνική ύπαιθρο όπου χωρίς τον άνθρωπο, το άγριο επιστρέφει όλο και πιο δυναμικά.



ΥΓ. Όταν πριν από λίγες ημέρες τις είπα πως είδα τρεις χελώνες στο χωράφι, απόρησε. Πείστηκε όταν τις είδε στις φωτογραφίες και κατάλαβε πως έκανα και μια σκηνοθεσία. Της ομολόγησα πως ναι, έβαλα το χεράκι μου να φανούν σαν μια συντροφιά. Είχα βρει πρώτα τις δυο δίπλα στο μονοπάτι και μάλλον διέκοψα τον ερωτικό τους οίστρο και άκουσα την τρίτη να περπατάει πιο πέρα. Την πήρα και την έβαλα δίπλα στις άλλες δυο με τρόπο ώστε να φαίνεται πως συζητάνε αλλά ούτε ένα κλικ δεν μου επέτρεψαν να κάνω όπως ήθελα. Φαίνεται πως θύμωσαν που τους χάλασα τη βόλτα και δεν κρατιόντουσαν να φύγουν…    

ΑΘΗΝΑ, 29062019. 

Η ΖΩΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΦΤΕΡΟΥΣΙΑ




Είναι θαρρείς η οργιώδης βλάστηση της φτέρης τον Ιούνιο στα ορεινά και ημιορεινά, ένας τρόπος που έχει επιννοήσει η φύση να μείνει μακριά από αδιάκριτα μάτια και κακόβουλες προθέσεις, ότι γίνεται στο έδαφος και λίγο πιο πάνω ή ακόμη και κάτω απ’ αυτό κι ακόμη, να διατηρηθεί η δροσιά λίγο καιρό περισσότερο για να έχουν να βοσκήσουν τα ζωντανά…

Κάθε χρόνος που περνάει μου προκαλεί την εντύπωση ότι οι φτέρες ψηλώνουν όλο και περισσότερο στα παρατημένα χωράφια του χωριού μου και δεν συγχωρώ τον εαυτό μου που δεν έχω μετρήσει τις περσινές και να κρατήσω σημειώσεις ώστε να κάνω συγκρίσεις με το φετινό τους ύψος. Το ίδιο λέει και η μάνα μου που γνωρίζει το χωράφι πάνω από ογδόντα χρόνια και την πιάνει η νοσταλγία για τα χρόνια που η φτέρες ήταν ελάχιστες γιατί δεν έμεινε ούτε σπιθαμή ακαλλιέργητη κι όλες της άκρες τις ξύριζαν τα ζωντανά.



Η μάνα μου όταν μιλάει για τις φτέρες δεν έχει στο μυαλό της αυτά που γράφω εγώ αλλά τις σχολιάζει με την σταδιακή μείωση λόγω της ηλικίας των δυνάμεων της και την επί του προκειμένου, επιστροφή του άγριου εκεί που κάποτε έφτιαχνε κήπους και μποστάνια. 
Έτσι πρωτοθυμάμαι κι εγώ τα χωράφια. Ξυρισμένα απ’ άκρη σε άκρη για το σανό της χρονιάς και χωρίς ούτε ένα χορταράκι όλο τον υπόλοιπο χρόνο καθώς δεν προλάβαινε κανένα να σηκώσει λίγο μπόι από την καθημερινή βοσκή των ζωντανών. Φυσικά δεν υπήρχε και καμιά περίπτωση να φυτρώσει ούτε καμιά φτέρη, ούτε και κανένα βάτο. 

Σήμερα όλα αυτά τα χωράφια του χωριού μου, τη Μεγάλη Κάψη, στις πλαγιές του Τυμφρηστού, είναι πνιγμένα στις φτέρες που μπορεί όντως να είναι ψηλότερες από άλλες χρονιές αλλά να μην ξεχνάμε, ότι αυτές δεν λιώνουν όπως τα άλλα χορτάρια και μέρος από τα λείψανά τους σωρεύεται κατά στρώματα στο έδαφος και κάθε χρόνο ανεβαίνει. Αυτό φαίνεται και όταν επιχειρήσει κάποιος να βαδίσει ανάμεσά τους. Βουλιάζει το πόδι μέχρι τον αστράγαλο και  βεβαίως πρέπει να φοράει κλειστά και όσο γίνεται πιο ψηλά παπούτσια γιατί κάτω από τις ξερές φτέρες μπορεί να κρύβονται κάποιες δυσάρεστες εκπλήξεις. 




Ειδικά αυτή την εποχή που όλα τα ερπετά βρίσκονται στη φάση της αναπαραγωγής και ψάχνονται δεν είναι καθόλου απίθανο όποιος περπατάει στα χωράφια με τις φτέρες δεν είναι απίθανο να πατήσει κάποιο φίδι και το οποίο φυσιολογικά θα αντιδράσει με ένα τσίμπημα το οποίο αν βρει γυμνό το πόδι, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα.  Γι’ αυτό το λόγο οι άνθρωποι παλιότερα που ήταν όλη τη μέρα στο ύπαιθρο πρόσεχαν πολύ που θα περπατήσουν, που θα κάτσουν και που θα ξαπλώσουν, ακόμη και τι θα έτρωγαν πρόσεχαν γιατί έλεγαν ότι κάποια φαγητά, ειδικά το γάλα τραβούσαν τα φίδια κοντά τους. 

Όπως και να είχε όμως το πράγμα, εκείνοι οι άνθρωποι είχαν άλλη σχέση με τη φύση και την αντιμετώπιζαν ως ίσος με ίσο και μέσα στον κύκλο της ζωής, όλα είχαν θέση και ρόλο.  Τα τελευταία χρόνια η ισορροπία χάθηκε, το άγριο (ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης της υπαίθρου και κυρίως της ημιορεινής) κερδίζει συνεχώς έδαφος και σε συνδυασμό με την απουσία της κτηνοτροφίας, όσα χωράφια δεν έχουν γίνει δάσος, θα γίνουν πολύ σύντομα και σε αυτό, ευθύνη έχει και η φτέρη η οποία κάθε χρόνο στρώνει ένα παχύ χαλί που κρατάει δροσερή τη γη και μπορούν εύκολα να αναπτυχθούν ορισμένα δέντρα υπό την προϋπόθεση ότι αυτά αγαπούν τη σκιά, όπως τα έλατα, οι καστανιές, οι δρυς.



Στο υπόστρωμα και στη σκιά της φτέρης ζουν επίσης ένα σωρό άλλα πλάσματα, μύκητες που αποδομούν ότι οργανικό βρεθεί στο βυθό αυτής της θάλασσας, άπειρα έντομα γιατί εκεί μπορούν να κρυφτούν από τους θηρευτές τους, τρωκτικά για τον ίδιο ακριβώς λόγο, μικρά θηλαστικά και βεβαίως χελώνες που εκεί βρίσκουν χλωρή τροφή. Όποιος κάτσει κοντά σε ένα φτερούσιο (έτσι λέμε τα χωράφια και τις εκτάσεις με τις φτέρες) θα διαπιστώσει και θα ξεχωρίσει ένα σωρό ήχους που βγαίνουν μέσα απ’ αυτό και τούτο κρατάει όλο σχεδόν το καλοκαίρι γιατί κανένα ζωντανό δεν περιλαμβάνει φτέρες στη τροφή του κι έτσι μένουν όρθιες και στη θέση τους μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και προσφέρουν στέγη για ένα σωρό πλάσματα που αγαπάνε να ζούνε κοντά τους.   



ΑΘΗΝΑ, 29062019. Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία", 20062019.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

ΕΓΕΙΡΕ Ο ΕΛΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΙΘΕΑΣ



O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2015.

Πλήρης ημερών και όρθιος έφυγε πριν από λίγες ημέρες ο Μιλτιάδης Φρύδας (1914 – 2019) ο γηραιότερος τσέλιγκας της Αργιθέας ο οποίος  έζησε σαν παιδί τον απόηχο των Βαλκανικών Πολέμων και ώριμος την τραγική δεκαετία του 1940 – 1950 και κατόπιν, είδε από την μοναξιά της μικρής του ορεινής πατρίδας να ρημάζουν σιγά – σιγά τα βουνά από μεγάλα κοπάδια και να σωπαίνει ο τόπος από φωνές, κουδούνια και αλυχτίσματα.


O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2015.
Ο Μιλτιάδης  γεννήθηκε στο Αετοχώρι (ή Μαρκελέσι, συνοικισμός της Στεφανιάδας) ένα από τα ψηλότερα χωριά της Αργιθέας και ακολούθησε αυτό που έκαναν οι γονείς του και πρόγονοί του.  Ο πατέρας του Ιωάννης του οποίοι η γενιά είχε ρίζες στην Ήπειρο, ήταν γεννημένος στο Δέντρο των Βραγγιανών και σαν μπιστικός στον Κώστα Τσαπραΐλη βρέθηκε  στο Αετοχώρι και παντρεύτηκε την κόρη του τσέλιγκα Αθηνά.   

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Μιλτιάδης ακολούθησε τη ζωή του πατέρα του και των χωριανών που χειμώνα έφευγαν να ξεχειμάσουν στο Ξηρόμερο (Ξηροβούνι, Παλιαομάνινα, Αστακό) και το καλοκαίρι βοσκούσαν τα κοπάδια τους στα λιβάδια της Ιτιάς πάνω από τη Στεφανιάδα. Παράλληλα καλλιεργούσαν και τα λιγοστά χωραφάκια που είχαν κερδίσει από το δάσος για να βγάζουν το ψωμί της χρονιάς χωρίς να περιμένουν και πλήρη ανταπόδοση των κόπων τους. Τα αδέρφια του ήταν ο Κωνσταντής που ξενιτεύτηκε στον Καναδά και πέθανε εκεί, Βασίλης που ζει στον Καναδά, ο Θωμάς, ο Δημοσθένης, η Αντιγόνη που πέθανε πάνω στη γέννα στο Ανθηρό, η Ιουλία που ζει σήμερα στο Στρογγυλοβούνι του Ξηρόμερου και η Λαμπρινή που ζει στην Αθήνα.
Στο Ξηρόμερο οι Φρυδαίοι πήγαιναν μαζί με συγγενείς τους από το Αετοχώρι αλλά και άλλους, από το Λεοντίτο και εκεί αποκλείστηκαν δυο χρόνια στην περίοδο του Εμφυλίου που δεν τους επιτράπηκε να ανέβουν στα βουνά εξαιτίας των επιχειρήσεων του στρατού εναντίον των ανταρτών. Ο Μιλτιάδης είχε καμιά εκατοστή πράματα και με αυτά πορεύονταν αλλά έχασε τα μισά κάποια χρόνια στον Εμπεσσό και με όσα του απόμειναν πορεύτηκε μέχρι το 1958 που παντρεύτηκε την Ευθαλία και πήρε προίκα καμιά πενηνταριά.


O Μιλτιάδης Φρύδας με την κόρη του Μαρία.

Από εκείνη τη χρονιά ο Μιλτιάδης σταμάτησε να πηγαίνει στο Ξηρόμερο και έμεινε μόνιμα στο Αετοχώρι με το κοπάδι του και καλλιεργώντας τα χωράφια του.  Εκείνη την εποχή άρχισε να αδειάζει το χωριό και κάποια χρόνια έμειναν αυτός και η γυναίκα του μόνοι στο χωριό που ακόμα δεν είχε ούτε δρόμο της προκοπής, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι χωριανοί είχαν αρχίσει τότε να διαλύουν τα κοπάδια τους και φεύγουν προς την Ελάτεια αναζητώντας καλύτερη τύχη στα εργοστάσια και τις άλλες δουλειές του κάμπου. Ο Μιλτιάδης δεν τους ακολούθησε και πορεύτηκε όπως ήξερε στο άδειο χωριό.  
Όλος ο τόπος ήταν δικός του πλέον και δεν χρειάζονταν να ανεβάζει τα πράματα στην Ιτιά, τα τάιζε και από το κριθάρι που καλλιεργούσε και σαν είχε ανάγκη προμηθεύονταν αυτό που χρειάζονταν από τον Πάνο Νασιώκα, που διατηρούσε χάνι στη γέφυρα κάτω από το Λεοντίτο. Στο χωριό μεγάλωσαν και τα δύο παιδιά του, Γιάννης και Μαρία. Ο Γιάννης έγινε δάσκαλος, ένα δυο χρόνια δίδαξε και στο σχολείο του Αετοχωρίου και κατόπιν διορίστηκε στη Βοιωτία σε σχολεία της οποίας δίδαξε αρκετά χρόνια.


Ο Μιλτιάδης Φρύδας με τη γυναίκα του Ευθαλία 
στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2009.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια η ζωή στο Αετοχώρι γίνονταν δύσκολη και έτσι τον χειμώνα 1984 - 1985 διέλυσε το κοπάδι, κράτησε λίγα και τα έδωσε στον αδερφό του Δημοσθένη στην Ελάτεια και πήγε κοντά στον γιό του που διορίστηκε δάσκαλος στη Βοιωτία. Το επόμενο έτος εγκαταστάθηκε στην Ελάτεια όπου είχαν συγκεντρωθεί πλέον οι περισσότεροι συγχωριανοί του. Από τότε και ύστερα κάθε χρόνο ανέβαιναν με τη γυναίκα του από τις αρχές του Μαίου για να είναι εκεί στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου και κάθονταν μέχρι αργά το φθινόπωρο στο χωριό ασχολούμενος μέχρι πριν από δυο χρόνια με τον κήπο του.  Το 2010 πέθανε η γυναίκα του και από τότε το χειμώνα πήγαινε στη Λάρισα στα παιδιά του αλλά μέχρι πέρσι που άρχισαν να λυγάνε τα πόδια του, το καλοκαίρι δεν έλειπε ούτε μέρα από το χωριό.

Ο Μιλτιάδης Φλούδας αγαπούσε το χωριό και τον Τόπο του όσο λίγοι και αυτό τον έκανε να νιώθει ευχαριστημένος να είναι εκεί και να ασχολείται με τα ζωντανά και τα χωράφια του. Ήταν ένας πράος και αγαπητός απ’ όλους άνθρωπος, δίκαιο τον αποκαλούσαν και ήταν αυτός που καλούσαν να λύσει όποιες διαφορές προέκυπταν ανάμεσα στους χωριανούς. Με μια τεράστια εμπειρία ζωής κοντά στα κοπάδια στα βουνά της Αργιθέας αλλά και την συμμετοχή του στον πόλεμο του 1940 στην Αλβανία, όπου τραυματίστηκε και η είσοδος των Γερμανών τον βρήκε σε ένα νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη, ο Μιλτιάδης αποτέλεσε το παράδειγμα για μια συνετή και μετρημένη, χωρίς ρίσκα ζωή και έτσι παρέμεινε ως το τέλος. 


Ερείπια μιας άλλης εποχής στα βουνά της Αργιθέας

Αυτό όμως που όλοι εκτιμούσαν και προσέτρεχαν σε αυτόν ήταν ότι γνώριζε τα πάντα γύρω από τις αρρώστιες και τα προβλήματα των ζωντανών και έκανε μέχρι χειρουργικές επεμβάσεις όταν παρουσιάζονταν κάποιο πρόβλημα. Όσοι τον έβλεπαν να ανοίγει το κεφάλι της προβατίνας να βγάζει την «τρέλα», ένα σκουλήκι δηλαδή δεν πίστευαν ότι θα τα κατάφερνε. Τα κατάφερνε όμως μια χαρά γιατί πίστευε σε αυτό που έκανε και ήθελε να μην χαλαλιστεί το ζωντανό και να γίνει καλά γιατί απ’ αυτά ζούσαν όλοι στο Αετοχώρι. Τον καλούσαν να δει ζωντανά σε όλα τα κοπάδια και η εμπειρία του τον έκανε σεβαστό σε όλη την Αργιθέα.


O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου
 το 2015 με την κόρη του Μαρία και συγχωριανούς.

Ήξερε ακόμη και από βότανα, μάζευε τσάι από τις πιο απρόσιτες κορυφές και άφησε στον γιό του Γιάννη παρακαταθήκη σε αυτές να πηγαίνει να μαζεύει κι αυτός,  χρησιμοποιούσε τις φλούδες από τις ρίζες των πουρναριών για τους στομαχόπονους και άλλες αδιαθεσίες. Η παρατηρητικότητά του αλλά και όσα είχε μάθει από τους παλαιότερους που γνώρισε τον είχαν κάνει ειδικό πάνω σε όλα αυτά τα ζητήματα. Στη ζωή του πάλι δεν έκανε υπερβολές και έτσι διατηρήθηκε μέχρι τα 100 χρόνια του ανάλαφρος και δημιουργικός. Είχαν να το λένε στο Αετοχώρι για το πόσο ελαφρά περπατούσε στην Ιτιά, στο Μοναχό Κλαρί, στο Γαλάτσι.


O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2015.
Φεύγοντας ο Μιλτιάδης κλείνει κι ένα ακόμη κεφάλαιο της παραδοσιακής ζωής στην Αργιθέα και σε όλη την Ελλάδα. Από τους τελευταίους μιας γενιάς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στη φύση, απόλυτα ενταγμένοι στις αλλαγές της και ικανοί να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά κάθε απρόοπτο που συνέβαινε γύρω τους και να επιβιώσουν και στις πιο αντίξοες συνθήκες. 

ΑΘΗΝΑ, 13032019. Περιοδικό "Κυνήγι{, εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. 

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

ΠΩΣ ΘΑ ΣΒΗΣΕΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ




Ο Ηλίας Κουσάνας από τη Νεράιδα (Σπινάσα) της Καρδίτσας όλη τη ζωή του την πέρασε στο κοπάδι και χάρη στην προσοχή και την αγάπη που έδειχνε στα ζωντανά του πρόκοψε και μέχρι το τέλος της ζωής του αναγνωρίζονταν ως ένας νοικοκύρης. Σε μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του τον βλέπουμε να καλεί σε προσκλητήριο ένα το ένα τα πρόβατα από το μικρό κοπαδάκι που συντηρούσε μέχρι τον θάνατό του πριν από ένα χρόνο.   

Το έχει φαίνεται η μοίρα αυτού του τόπου να σβήνει σελίδες από την ιστορία του και μάλιστα με αμοιβή. Δεν μιλάμε βέβαια για τους ιστορικούς που χάριν της ιδεολογίας τους ορισμένοι παραχαράσσουν κυριολεκτικά την ιστορία και την διαμορφώνουν έτσι ώστε να εξυπηρετεί τους σκοπούς μιας συγκεκριμένης ομάδας η οποία μέσω αυτών ασκεί εξουσία και αυτοί ικανοποιούνται με υψηλές και καλά αμειβόμενες θέσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα κυρίως και άλλους ειδικούς οργανισμούς που γι’ αυτό το λόγο συστήνονται.

Το φαινόμενο της παραχάραξης της ιστορίας είναι παλιό κα αντιμετωπίζεται μόνο με την αλήθεια που μπορεί να εκφραστεί από τους κύκλους που ασχολούνται με αυτά τα θέματα βάζοντας ως προμετωπίδα του έργου τους το καλό της κοινωνίας ή του έθνους σε άλλες περιπτώσεις. Τα πρόσφατα παραδείγματα με τα εθνικά ζητήματα είναι χαρακτηριστικά της αντίληψης που καλλιεργείται από αυτούς τους κύκλους της εξουσίας και της αριστερής «διανόησης» που την χειραγωγεί και τις συνέπειες δεν θα αργήσουμε να τις βιώσουμε.

Πέρα όμως από την ιστορία, υπάρχουν και ένα σωρό άλλα στοιχεία τα οποία στη δυναμική τους το καθένα και στην διαχρονία τους είναι αυτά που συνθέτουν την ιστορία και τον πολιτισμό κάθε τόπου, είτε πρόκειται για την υλική του διάσταση είτε την άυλη και βεβαίως την παράδοση. Το περισσότερα απ’ αυτά αποτελούν και τον πυρήνα που γύρω του κινείται η οικονομική ζωή του τόπου και κατά συνέπεια η κοινωνική σε όλες τις εκφάνσεις της. Ορισμένα δε απ’ αυτά συνθέτουν και τα λεγόμενα χαρακτηριστικά που έχει αποκτήσει η κοινωνία στο διάβα της και την εξέλιξή της μέσα σε δεκάδες αιώνες.


Ένας άλλος κτηνοτρόφος από τη Νεράιδα (Σπινάσα) της Καρδίτσας ο Γιάννης Βούλγαρης 
έζησε κι αυτός όλη του τη ζωή κοντά στα κοπάδια και συνεχίζει και σήμερα όσο τον κρατούν 
οι δυνάμεις του να βοηθάει τον γιό του που πήρε τη θέση του στα βουνά.

Στην Ελλάδα, το σύνθετο γεωφυσικό και κλιματικό ανάγλυφό της αλλά και η ανάγκη και εφευρετικότητα των Ελλήνων, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε να αναπτυχθεί σε εκπληκτικό βαθμό η ναυσιπλοΐα, η λιτή γεωργία και βεβαίως η κτηνοτροφία, τέχνες επιβίωσης δηλαδή που εκμεταλλευόμενες τις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας, κατάφεραν και δημιούργησαν εξαιρετικές μεθόδους παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων και κατά συνέπεια στήριξαν ικανοποιητικά τις τοπικές κοινωνίες και παρήγαγαν πλούτο.

Φυσικά, στην πάροδο των ετών και με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, όλες αυτές οι τέχνες της ζωής εκμεταλλεύτηκαν τις προκλήσεις της εξέλιξης και προσαρμόστηκαν στις νέες μεθόδους σε όλους τους τομείς. Τούτο συντελέστηκε χάρη στην ευελιξία που είχε κάθε κοινωνική ομάδα και βεβαίως χάριν της διορατικότητας που είχαν ορισμένα φωτισμένα μέλη τους και πολλές φορές έγινε μετά από αγώνες  κυρίως κατά της δυσπιστίας απέναντι στις νέες ιδέες. Ακόμη, μοχλός ανάπτυξης υπήρξε και ο ανταγωνισμός που προκλήθηκε όταν μεγάλωσαν οι αγορές και φυσικά το θάρρος που έδειξαν ορισμένοι να δοκιμαστούν στις αλλαγές που έρχονταν από κάθε σημείο του κόσμου.

Όλα αυτά όμως ήρθε μια ώρα να αλλάξουν και να προσαρμοστούν σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον και να ακολουθήσουν τις οδηγίες ενός υπερεθνικού κέντρου, την Ευρωπαϊκή Ένωση κυρίως για την περίπτωση της Ελλάδας και λιγότερο άλλων κέντρων του κόσμου. Οι Βρυξέλλες όπως συνηθίσαμε πλέον να λέμε, όπου κατοικοεδρεύει και ευημερεί η γραφειοκρατία των Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυτή πια που βάζει τους κανόνες τις περισσότερες ενέργειες των παραγωγικών τάξεων ενώ κάποιες φορές παίρνει και πρωτοβουλίες που για να μην φανούν οι προθέσεις των συμφερόντων, τις ντύνει κυριολεκτικά με χρυσόχαρτο να εντυπωσιάσει όπως επί αποικιοκρατίας, τους ιθαγενείς.


Στα Καμάρια των Αγράφων που κάποτε ήταν η μητρόπολη των τσελιγκάτων και βοσκούσαν χιλιάδες 
αιγοπρόβατα τώρα μόνο ένα κοπάδι γίδια του Χρήστου Τσιγαρίδα περπατάει. 

Έτσι κατάφεραν τα προηγούμενα χρόνια και έπεισαν με γερές επιδοτήσεις τους αγρότες της Ελλάδας να ασχοληθούν αποκλειστικά με την μονοκαλλιέργεια του βαμβακιού και κατόπιν τους άφησαν με το τρακτέρ στην αποθήκη να σκουριάζει. Το ίδιο έκαναν με τους αμπελουργούς, τους έβαλαν και ξερίζωσαν αρχαία αμπέλια για να πλημμυρίσει η Ελλάδα κρασιά από την άκρη του κόσμου, το ίδιο έκαναν και με τις ελιές. Τελευταία έχουν πείσει πολύ κόσμο να φυτέψει στα χωράφια φυτά που θα παράγουν ενέργεια και είναι αρκετοί αυτοί που νομίζουν πως θα προκόψουν σαν βεντζινάδες. Στην ίδια λογική κινήθηκαν και με τα φωτοβολταϊκά συστήματα και οι «επενδυτές» καταπάτησαν την γόνιμη γη για να μην έχουν πολλά έξοδα και το ίδιο γίνεται και με τα αιολικά πάρκα να γδάρουν όλα τα βουνά.  

Δεν τους έφτανε όμως η γη, έβαλαν χέρι και στη θάλασσα και την αλιεία. Έπεισαν με γενναία όντως επιδότηση τους ψαράδες να καταστρέψουν τα παραδοσιακά καΐκια τους, αυτά που επί αιώνες εξελίσσονταν στις ελληνικές θάλασσες  και να πάρουν πλαστικά ή να εγκαταλείψουν την δραστηριότητά τους. Η περίπτωση δεν ήταν μια απλή υπόθεση, κατάφεραν έτσι να εξαφανίσουν μια τέχνη αιώνων, να στερήσουν από τους ψαράδες τα αξιόπιστα παραδοσιακά καΐκια τους και να προσβάλλουν την ομορφιά του Αιγαίου.

Είναι ατέλειωτη η σειρά αυτών των ενεργειών που με το πρόσχημα της επιδότησης ή της αποζημίωσης διαλύθηκαν και υπονομεύτηκαν τα βασικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας και παραγωγικότητας . Τελευταίο κρούσμα είναι η διάθεση που αναπτύσσεται από τις Βρυξέλες πάλι για την απόσυρση της κτηνοτροφίας από τα ελληνικά βουνά! Η είδηση διαψεύστηκε από το αρμόδιο υπουργείο αλλά από το μικρό διάλογο οι κτηνοτρόφοι, όσοι απόμειναν απ’ αυτούς, το πήραν το μήνυμα: Ετοιμάζεται  από τις Βρυξέλες ψαλίδισμα των όποιων επιδοτήσεων έχουν μείνει ενώ από την άλλη, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν  με την διάθεση των προϊόντων τους οδηγούν  στο μοιραίο. Να πάρουν δηλαδή την μεγάλη απόφαση να διαλύσουν τα κοπάδια τους και αθροιστούν κι αυτοί στις λίστες των ανέργων ή των ημιαπασχολούμενων που είναι πλέον μόνιμα φαινόμενα της ζωής στην Ελλάδα.

Με λίγα λόγια, να κρεμάσουν τα κουδούνια στον τοίχο και πάψουν να είναι νοικοκυραίοι στον τόπο τους.  Με τον τρόπο αυτό  σβήνει μετά τον Έλληνα αγρότη και ο κτηνοτρόφος όπως αυτός διαμορφώθηκε επί αιώνες στην Ελλάδα και στήριξε με τον τρόπο του γενιές και γενιές ανθρώπων που κατοίκησαν σε αυτόν τον τόπο.  Στη θέση του ονειρεύονται μονάδες που θα εξαρτώνται από τις πολυεθνικές εταιρείες ζωοτροφών και φαρμάκων και στην αγορά γαλακτοκομικά προϊόντα και κρέας από τις φάρμες βοοειδών της Ευρώπης απολύτως ελεγχόμενα από την αγορά και με αμφίβολη διατροφική αξία. 



Δεν θέλουν τα αιγοπρόβατα της Ελλάδας  γιατί με τον λιτό τρόπο που εκτρέφονται (αν είναι σωστός βέβαια και ο νοικοκύρης) συντηρούν πρώτα απ’ όλα μια μακραίωνη παράδοση ελευθερίας στην οικονομία αλλά και στη ζωή του κάθε ανθρώπου που ασχολείται με αυτά. Γι’ αυτό και βάζουν εδώ και χρόνια μάλιστα ένα σωρό εμπόδια σε αυτού του είδους την κτηνοτροφία με μια σειρά απαγορεύσεων και περιορισμών που δυστυχώς αναλαμβάνουν τα κατά τόπους Δασαρχεία να τις επιβάλλουν και να δημιουργούν μικρούς εμφυλίους σε πολλές περιοχές. Τώρα που η οικονομική κρίση έχει γονατίσει την ελληνική αιγοπροβατοτροφία, έρχονται με φακέλους γεμάτους χρήμα να δώσουν την χαριστική βολή και το χειρότερο, βρίσκουν σύμφωνους σε αυτό και τους υπόδουλους πολιτικούς μας. 



ΑΘΗΝΑ 20022019. Περιοδικό "Κυνήγι" στην εφημερίδα "Δημοκρατία". 

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΧΕΙΜΕΡΙΝΕΣ ΕΥΔΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΚΥΟΝΕΣ




Τις κρύες μέρες που διαβαίνουμε, μέρες που ο καιρός γίνεται αποκλειστική «είδηση», μπορεί να περάσουν οι αλκυονίδες ημέρες και να μην το πάρουμε είδηση. Από τη μια ο βομβαρδισμός με τις «ειδήσεις» και από την άλλη, η απόσταση που κρατάμε από τη θάλασσά μας και γενικά από την ύπαιθρο, μας στερούν το προνόμιο να ζήσουμε έστω και εξ αποστάσεως τις χειμερινές ευδίες που λέγονται αλκυονίδες ημέρες.

Οι αλκυονίδες ημέρες είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σχεδόν κάθε χρόνο σε ολόκληρη τη Νοτιανατολική Μεσόγειο όπως και στις στεριές που γειτονεύει. Το φαινόμενο που οφείλεται στην ατμοσφαιρική πίεση, είχε παρατηρηθεί συστηματικά από τους αρχαίους οι οποίοι ονόμαζαν αυτές τις ηλιόλουστες ημέρες  «αλκυονείους» ή όπως σήμερα «αλκυονίδας» και οι οποίες αποτελούσαν ένα ευχάριστο σταθμό στη χειμωνιάτικη ζωή τους.

Επειδή κατά το μήνα Ιανουάριο, η ατμοσφαιρική πίεση στη Μεσόγειο, ελάχιστα διαφέρει από αυτήν της Δυτικής Ευρώπης και ιδιαίτερα της Ρωσίας, ατονούν κυρίως οι δυνατοί βόρειοι άνεμοι κι έτσι σε όλα τα πελάγη επικρατεί μια ευχάριστη ηρεμία η οποία είναι άγνωστο και πόσο θα διαρκέσει. Αυτές τις ημέρες λοιπόν δίνονταν η ευκαιρία στους αρχαίους να κάνουν σύντομα ταξίδια στις ήρεμες ελληνικές θάλασσες, να ψαρέψουν και γενικά να πλησιάσουν πάλι τη θάλασσα. Οι αλκυονίδες ημέρες βέβαια δεν μπορούν να υπολογισθούν ακριβώς, συνήθως εμφανίζονται περί τα τέλη του Ιανουαρίου, ενώ δεν είναι καθόλου παράξενο, κάποια χρονιά να απουσιάσουν εντελώς.

Όταν οι αρχαίοι Έλληνες βάφτισαν έτσι αυτή την υπέροχη χειμερινή ευδία, βεβαίως και δεν ήξεραν και πολλά - πολλά από μετεωρολογικά φαινόμενα, βρήκαν όμως ένα όμορφο μύθο να στηρίξουν το όνομα αυτών των ημερών. Τις είπαν αλκυονίδες από την αλκυόνα, ένα  κακάσχημο ψαροπούλι που εντούτοις έχει το πιο εντυπωσιακό πτέρωμα απ’ όλα τα άλλα. Το πτέρωμά της έχει ποικιλία χρωμάτων: στο επάνω μέρος είναι λαμπρό, μεταλλικό μπλε και σμαραγδοπράσινο, στον λαιμό λευκό και στο κάτω μέρος ξανθωπό προς το κόκκινο. Τα πόδια είναι ζωηρόχρωμα κόκκινα και το μακρύ, σαν στιλέτο, ράμφος της μαύρο. Η Αλκυόνα ή Αλκυόνη ή ψαροφάγος ή Ψαροπούλι ή Βασιλοπούλι ή Μπιρμπίλι της θάλασσας είναι ένα μικρό πουλί μήκους 17 περίπου εκατοστών, με ρωμαλέο σώμα, μικρά πόδια και κοντή ουρά
Η Αλκυόνη, το σημερινό κακόσχημο ψαροπούλι με τα όμορφα φτερά σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, ήταν κάποτε μια χαρούμενη και ευτυχισμένη γυναίκα, κόρη του Θεού των ανέμων, του Αιόλου -που ζούσε στ' ακρογιάλια της θάλασσας με τον άντρα της Κήυκα και αλληλοαποκαλούνταν Ζευς και Ήρα. Για την ασέβειά τους όμως αυτή προς τον Δία οργίστηκε τόσο πολύ ο πρώτος των Θεών και μεταμόρφωσε τον Κήυκα σε όρνιο.

Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχε από δω και από κει στις ερημιές στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της Κήυκα. Οπότε, οι θεοί του Ολύμπου την λυπήθηκαν και την μεταμόρφωσαν και αυτήν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να ψάχνει και στις θάλασσες μήπως εκεί βρει το χαμένο της άντρα. Ωστόσο όμως η δυστυχία εξακολουθούσε να την συντροφεύει, γιατί αντίθετα από τ' άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσούν τ' αυγά τους την άνοιξη αυτή γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά, οπότε μανιασμένα τα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, την άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά. Οι Θεοί που τόσο σκληρά είχαν τιμωρήσει την κόρη του Αιόλου, διέταξαν τότε τη θάλασσα και τους ανέμους να ησυχάσουν, να γίνει καλοκαιρία για δυο εβδομάδες, για όσες ημέρες η Αλκυόνη κλωσά τα αυγά της. Για τη συζυγική πίστη των Αλκυόνων ασχολήθηκε ο Πλούταρχος που αφηγείται ότι αν ο σύζυγος της Αλκυόνης γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει, τότε η θηλυκιά Αλκυόνη τον παίρνει στους ώμους και τον φέρνει πάντοτε μαζί της, τον ταϊζει και τον περιποιείται ως το θάνατο.

Το ψαροπούλι όπως αποκαλείται στη γλώσσα του λαού η Αλκυόνη, εξακολουθεί και σήμερα να είναι σύμβολο της χειμωνιάτικης ωραίας διακοπής μέσα στον Ιανουάριο και σε πολλά μέρη την θεωρούν πουλί που φέρνει γούρι. Οι έμποροι, οι καταστηματάρχες, την κρατούν βαλσαμωμένη στα μαγαζιά τους για ν’αυξήσουν τα πλούτη τους, οι πρώτοι και τους πελάτες τους οι δεύτεροι. Οι φιλάργυροι την διατηρούν για να τους φέρει πολλά πλούτη και οι χωριανοί για να μη πέφτει αστροπελέκι στο σπίτι τους.

Ωστόσο, όμως οι Αλκυονίδες ημέρες δεν έρχονται πάντα. Υπάρχουν χρόνια που το γλυκό αυτό καλοκαιρινό διάλειμμα στην καρδιά του χειμώνα δεν παρατηρείται καθόλου. Η Αλκυόνη τότε γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά και όπως είπαμε τα κύματα αρπάζουν τα αυγά ή τα πουλιά της. Το ψαροπούλι τότε θρηνεί πάλι τον πόνο του, καθώς πετιέται μέσα από τα βράχια και περιμένει τον Μάρτη για να φύγει από τον τόπο μας. Γιατί η Αλκυόνη είναι πουλί αποδημητικό με το δικό του δρομολόγιο το ιδιόμορφο. Μας έρχεται τα τέλη του καλοκαιριού και μας αποχαιρετάει μόλις καλοσυνέψει ο καιρός στις αρχές του Μάρτη.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ…



Μετράει έξι χρόνια ζωής αυτή η φωτογραφία που μου έκανε η συνάδελφος Ελένη Τραΐου, πάνω στα κάγκελα της Σταδίου, μπροστά από το βιβλιοπωλείο «Ιανός». Εκεί περίμενα πάντα τη στιγμή να πατήσω το κουμπί της μηχανής σε μια από τις πορείες που γίνονταν καθημερινά τότε και πάντα σχεδόν κατέληγαν σε επεισόδια  και όσοι συμμετείχαν, έτρεχαν μακριά να πάρουν μια ανάσα από τα χημικά και να γλιτώσουν το κεφάλι τους από τον καθιερωμένο  πετροπόλεμο μεταξύ μπαχαλάκηδων – ΜΑΤ που νέκρωνε για ώρες την πόλη.

Ήταν μια άλλη εποχή τότε, και οι συνθήκες κατάλληλες να χωθούν πιο βαθιά στο σώμα μιας κοινωνίας που ζητούσε το δίκιο της στους δρόμους, οι ρίζες της σημερινής κατάστασης και έθρεψαν το μεγάλο δέντρο που σκιάζει με κάθε τρόπο τη δημόσια και ιδιωτική ζωή μας. Δεν ξέρω ποιοι και πόσοι θυμούνται εκείνες τις ημέρες, αυτές που προηγήθηκαν κι αυτές που ακολούθησαν τον τρομερό χειμώνα του ’12 – ’13 και αναλογίζονται το χρόνο που χάθηκε και τις ζημιές που υπέστη η κοινωνία μας και ολόκληρη η χώρα. Δεν ξέρω και δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ εν μέρει ή στο σύνολό στην εξαετία που πέρασε.

Η φωτογραφία μου θύμισε τότε το κουράγιο που είχα να είμαι καθημερινά στο δρόμο, είχα διαλέξει δε αυτό το σημείο στα κάγκελα της Σταδίου να ανεβαίνω και να βλέπω από λίγο ψηλότερα τις πορείες και να κρίνω απ’ ότι έβλεπα τι έμελλε να ακολουθήσει, καθώς ο κύριος στόχος των διαδηλωτών ήταν η Βουλή και τα επεισόδια μέσα και γύρω από το Σύνταγμα. Από εκείνη την περίοδο προέκυψε ένα αξιόλογο αρχείο φωτογραφιών στο οποίο ανατρέχω καμιά φορά να κάνω συγκρίσεις και σχόλια στην σημερινή κατάσταση.

Παράλληλα, όλα τα χρόνια της δεκαετίας της κρίσης που τυχαίνει να περάσω κι εγώ στην χρήση ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής και του Facebook, εκτός από τα ταξίδια που έκανα σε όλη την Ελλάδα έβγαινα τακτικά και στους δρόμους της πόλης και φωτογράφιζα ότι έκρινα ενδιαφέρον, με τη δική μου ματιά βεβαίως. Έτσι προέκυψε κι ένα άλλο, πολύτιμο τολμώ να το χαρακτηρίσω αρχείο με σκηνές από την πόλη και με βάση αυτές έφτιαχνα κείμενα που ανέβαζα στο Facebook στην αρχή και κατόπιν στο blog του Ακτήμονα μέσω του οποίου, μιας και λόγω κρίσης άρχισαν να περιορίζονται οι συνεργασίες μου με τα έντυπα, άρχισα να καλύπτω την ανάγκη μου να γράφω κάθε μέρα.

Έτσι προέκυψε ένα άλλο υλικό, μιας οκταετίας σχεδόν χωρισμένο σε δυο κατηγορίες: μια της υπαίθρου και μια της πόλης και το οποίο προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά προκειμένου κάποια από εκείνα τα κείμενα να εκδοθούν σε βιβλίο. Παράλληλα προσπαθώ να κάνω κάποια ταξίδια αλλά δεν μου βγαίνει όπως παλιά και γι’ αυτό περιορίζομαι στην Αθήνα. Η διαφορά τώρα ότι αυτά τα κείμενα θα βλέπουν καθημερινά το φως της δημοσιότητας πρώτα στις σελίδες της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» καθώς και στο ένθετο περιοδικό για το Κυνήγι, το Ψάρεμα και την ύπαιθρο στην εφημερίδα «Δημοκρατία» και κατόπιν στο διαδίκτυο. Κι αυτό γιατί, μαθημένος από τις εφημερίδες, πιστεύω πως άλλη αίσθηση είναι να διαβάζεις ένα κείμενο που σου αρέσει στο χαρτί κι αλλιώς σε μια οθόνη!

ΑΘΗΝΑ, 23102018

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΚΑΡΥΔΙΩΝ


Κάθε καρύδι για να μαζευτεί από το έδαφος απαιτεί κι ένα σκύψιμο και κατά παράδοση, 
η ποδιά που φορούσαν οι γυναίκες ήταν το καλύτερο μέσο για να αρχίσει η συγκομιδή τους

Ήταν μέχρι λίγες δεκαετίες, τότε που τα χωριά ήταν ακόμη γεμάτα από κόσμο και οι ανάγκες τους έπρεπε να καλυφθούν από την παραγωγή που είχαν στον τόπο τους και από τα χωράφια και τα κοπάδια τους έφταναν όλα στο τραπέζι τους,γεμάτος και ο τόπος από καρυδιές των οποίων ο πολύτιμος καρπός εκτός από το αποτελούσε κάτι το ιδιαίτερο για όλους, αλλά αποτελούσε και το σκληρό νόμισμα των αγροτικών αυτών κοινωνιών.

Η εποχή αυτή, όπως εξάλλου κάθε τι που δήλωνε την ιθαγένεια στην παραγωγή των βασικών διατροφικών προϊόντων στην ελληνική επαρχία πέρασε στο περιθώριο της ιστορίας και κοντεύουν να ξεχαστούν και ο τρόπος που κάθε νοικοκύρης προσπαθούσε να καταφέρει τούτο αλλά και η φύση έχει πια περιορίσει αισθητά τη γενναιοδωρία της. Πιθανόν τούτο να συμβαίνει γιατί η φύση καθώς δεν βλέπει να μην την έχει ανάγκη ο άνθρωπος που προσπαθεί μάλιστα με άλλους πιο πιεστικούς τρόπους να την καρπωθεί, να περιορίζει η ίδια την παραγωγή της για λόγους που μπορεί να καταλαβαίνουμε...


Ο νεαρός Αλβανός δήλωσε πως ξέρει από ραβδισμό καρυδιάς και πήρε το λούρο να την 
τινάξει αλλά το αποτέλεσμα του εγχειρήματος διέψευσε τον νοικοκύρη του δέντρου.

Ο λόγος όμως για τις καρυδιές, ένα ευλογημένο δέντρο για την ορεινή Ελλάδα που φύτρωνε εύκολα παντού αλλά οι άνθρωποι προτιμούσαν να τη βάζουν στην άκρη των χωραφιών να ποτίζεται λιγάκι και να μην βαραίνει με τη σκιά του τις άλλες καλλιέργειες. Είναι όντως βαρύς ο ίσκιος της καρυδιάς αλλά τις περισσότερες φορές το παρέβλεπαν καθώς κοντά ή ακόμη και πάνω από το σπίτι, ήταν καλύτερα για τον έλεγχο της σοδειάς από τους περαστικούς αλλά και το πλήθος των τρωκτικών και των ποικίλων κορακοειδών που τους αρέσουν πολύ τα καρύδια και τα αρπάζουν πριν ακόμη αυτά ωριμάσουν.
Υπήρχαν όμως και πολλές καρυδιές στα δάση, ορισμένες μάλιστα που ήταν κοντά σε πηγές και ρέματα ήταν πολύ μεγάλες και εντυπωσιακές για το μέγεθός τους και την παραγωγή τους και τον καρπό τους τον μάζευαν αυτοί που νέμονταν τον τόπο ή όποιος προλάβαινε από το χωριό ή τις μοιράζονταν οι γείτονες. Από αυτές τρέφονταν και τα περισσότερα τρωκτικά του δάσους καθώς και τα αγριογούρουνα που εκείνα τα χρόνια ο αριθμός τους ήταν περιορισμένος λόγω της έντονης παρουσίας και δράσης των ανθρώπων στην ύπαιθρο.


Μια χούφτα φρέσκα καρύδια, το κέρδος της χρονιάς από μια καρυδιά που ζει ξεχασμένη στην άκρη ενός χωραφιού και τα οποία γλίτωσαν από τις επιδρομές των τρωκτικών.

Αυτές οι μεγάλες, αιωνόβιες καρυδιές στα δάση δεν υπάρχουν πια καθώς όλες σχεδόν κόπηκαν για το πολύτιμο ξύλο τους. Τούτο έγινε σαν «πάτησε» και τις πιο απόμακρες περιοχές, όπως η Μπέσια και του Κύφου στα Άγραφα ο δασικός δρόμος και από πλευράς δασαρχείων που ήταν αρμόδια γι’ αυτά τα δάση δεν εκφράστηκε καμιά μέριμνα για τη σωτηρία ορισμένων από αυτά των μνημειακών δέντρων της ελληνικής φύσης. Το κέρδος ήταν πολύ πιο ισχυρό από αυτού του είδους τις ευαισθησίες κι έτσι χάθηκαν αυτά τα σπουδαία δέντρα.Το ίδιο εξάλλου συνέβη και με τις καρυδιές που βρίσκονταν μέσα στα χωράφια. Τις περισσότερες από τις μεγάλες τις έκοψαν σαν οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα χωριά και πολλές περιπτώσεις τα κέρδη από το ξύλο τους επενδύθηκαν στην πρώτη εγκατάστασή τους στις πόλεις και όπου αλλού αναζήτησαν καλύτερη τύχη.

Απέμειναν όμως αρκετές καρυδιές σε όλα τα χωριά για να θυμίζουν την εποχή που τις τελευταίες ημέρες του Σεπτέμβρη όλοι ασχολούνταν με τα πολύτιμα καρύδια. Η συλλογή τους απαιτούσε να καθαριστούν καλά τα χωράφια από τα αγριόχορτα και τα βάτα, να ραβδιστούν τα δέντρα για να πέσει ο καρπός στο έδαφος, να καθριστεί από τα φλούδια που μαυρίζουν με τους χυμούς τους τα χέρια, να πλυθούν, να απλωθούν για να στεγνώσουν καλά και να αποθηκευτούν σε στεγνό και ευάερο μέρος γιατί αλλιώς ο έμπορος που θε έρχονταν να τα πάρει έπρεπε να τα βρει σε άριστη κατάσταση. Όλη αυτή η δουλειά γίνονταν με ιδιαίτερη προσοχή γιατί από τα καρύδια εξαρτιόνταν και η οικονομία κάθε σπιτιού και κυρίως έμπαινε σε αυτά ζεστό χρήμα που κάλυπτε διάφορες ανάγκες.



Μη έχοντας άλλο τρόπο να τινάξουν την καρυδιά τους η Γεωργία και ο Γιάννης Ζηνέλλης στην Καστανιά Ευρυτανίας, πήραν από μόνοι τους μια μακριά κλάρα και ξεκίνησαν. (Φωτογραφία 2013).

Τούτο βέβαια δεν ισχύει στην κλίμακα εκείνη γιατί η καλλιέργεια των καρυδιών στα ορεινά υποχώρησε καθώς έφυγαν οι άνθρωποι και λίγοι πια ασχολούνται με αυτά, κυρίως συνταξιούχοι που ξεκαλοκαιριάζουν στα χωριά τους και το ενδιαφέρον τους πια δεν είναι τόσο οικονομικό αλλά στις περισσότερες φορές στηρίζεται στη νοσταλγία των παλιών εποχών που κάθε χρόνο απομακρύνονται καθώς λιγοστεύει και η γενιά που τους έζησε.

Η διαφορά τούτων των ανθρώπων με τους παλαιότερους είναι ότι πια δεν ραβδίζουν τις καρυδιές αλλά περιμένουν πότε θα βρέξει και να φυσήξει για να πέσει ο καρπός από τα δέντρα να τον μαζέψουν και τούτο συμβαίνει γιατί στα χωριά έπαψαν να υπάρχουν ραβδιστές ή άνθρωποι πρόθυμοι να ανέβουν στα δέντρα να τα ραβδίσουν. Τούτο στα παλαιότερα χρόνια το έκαναν λίγοι άνθρωποι που διάθεταν ευλυγισία και δεν φοβόντουσαν το ύψος γιατί ανέβαιναν σε πολύ ψηλά κλαδιά και έπαιρναν και καλό μεροκάματο αφού πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να πέσουν και να τσακιστούν. Το ραβδισμό δε τον έκαναν με μακριά κλαδιά, «λούρια» τα έλεγαν και συνήθως ήταν από μέλεγο γιατί αυτό το κλαρί δίνει μεγάλο ύψος στα κλαδιά του και έχουν μάλιστα και μεγάλη ελαστικότητα.


Πρόκοψε χάρη στο νερό και το σκάψιμο του εδάφους και είναι γεμάτη καρπό μια καρυδιά στην άκρη ενός κήπου με φασόλια και καλαμπόκια στη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας.

Τη δύσκολη τούτη δουλειά καμιά φορά δηλώνουν πως μπορούν να κάνουν διάφοροι πρόθυμοι για όλα αλλοδαποί, Αλβανοί κυρίως που βρίσκονται στα χωριά αλλά συνήθως δεν ξέρουν, ταλαιπωρούν το δέντρο με άσκοπους ραβδισμούς ενώ οι ντόπιοι είναι επιφυλακτικοί μαζί τους για να μη συμβεί κανένα ατύχημα και μετά τρέχουν και δεν σώνουν. Γι’ αυτό και κάθονται και περιμένουν πότε θα πέσουν τα καρύδια για να τα μαζέψουν ή αποφασίζουν να τις ραβδίσουν από μόνοι τους από το έδαφος και ότι καταφέρουν...


Καρύδια απλωμένα να στεγνώσουν καθώς έχουν φτάσει στο τελευταίο στάδιο 
της συγκομιδής τους και πρέπει να είναι καθαρά και λαμπερά πριν βγουν στην αγορά. 



Η ΣΟΔΕΙΑ ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ





Τα καρύδια ήταν ένα βασικό και πολύτιμο προϊόν της ελληνικής υπαίθρου αλλά τα τελευταία χρόνια λόγω της εγκατέλειψης της υπαίθρου παρατηρείται μια σοβαρή συρρίκνωση των καλλιεργειών και τούτο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής. Αυτή όμως δεν είναι και η μόνη αιτία της μείωσής της καθώς η σοδειά είναι και στο έλεος των τρωκτικών που χωρίς να έχουν κανένα εχθρό λυμαίνονται τον καρπό και των αρπακτικών πτηνών που χωρίς κανένα φόβο τον αρπάζουν από το κλαρί ακόμη άγουρο. Τις νύχτες τα χωράφια πλημμυρίζουν από ποντίκια και αγριογούρουνα που δεν αφήνουν καρπό για καρπό και την ημέρα σκίουρους που με ταχύτατες κινήσεις πιάνουν τον καρπό από το κλαρί και τον κουβαλάνε σε άλλο σημείο πιο ασφαλές γι’ αυτούς για να το φάνε καθώς και από τις άφοβες κίσσες και κοράκια. Αυτό γίνονταν και παλαιότερα αλλά τότε ήταν γεμάτος ο τόπος από καρυδιές και κάπως μοιράζονταν οι ζημιές σε όλο το χωριό ενώ τώρα την πληρώνουν τα λίγα εναπομείναντα δέντρα κοντά στα σπίτια ενώ κανένας πια δεν πάει να κυνηγήσει όπως τα περασμένα χρόνια πουλιά σε αυτά τα χωράφια. Με λίγα λόγια, η απουσία του ανθρώπου από την ύπαιθρο και η μείωση των καλλιεργειών είχε σαν αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των τρωκτικών και την αρπαγή της μικρής παραγωγής.



ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 17102018. Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία, 17102018, σελ.