Κυριακή 8 Απριλίου 2018

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΟΛΟΓΓΟ…




Αναστάσιμος ο καιρός σήμερα στη μικρή πατρίδα· το ελαφρό αεράκι και ο ζεστός ήλιος δημιούργησαν συνθήκες ιδανικές για την ανθοφορία των καρποφόρων αυξάνοντας τους χυμούς στα δέντρα ενώ αρχίζουν και τα φύλλα δειλά – δειλά να ανοίγουν από την ραγδαία πρόοδο της άνοιξης. Με αυτές τις προϋποθέσεις η  περίπτωση της σημερινής ημέρας ήταν ιδανική  για μπόλιασμα και επειδή στο σπίτι είχαν αναλάβει άλλοι τα πασχαλιάτικα: ήτοι το ψήσιμο του αρνιού και τα κοκορέτσια πήρα τα εργαλεία μου και με λαμπρινή διάθεση κατηφόρισα από νωρίς στον καστανόλογγο με τις άγριες καστανιές κι έβαλα μπροστά το μπόλιασμα ευχόμενος φέτος να έχουμε καλύτερο αποτέλεσμα από το πενιχρό περσινό. Μπόλιασα καμιά εικοσαριά μέχρι που μου φώναξαν πως στρώνουν τραπέζι και αποσύρθηκα αλλά μετά θα ακολουθήσει δεύτερη φάση μπολιάσματος και μέχρι να σουρουπώσει πιστεύω πως θα ξεπεράσω τα πενήντα, αριθμός ικανός για να δώσει εικόνα ημερώματος στον καστανόλογγο και σε λίγα χρόνια, αν βοηθήσει και ο καιρός με τίποτα βροχές να έχουμε μια ικανοποιητική παραγωγή από κάστανα κρητικά όπως τα λέμε εδώ και είναι σαφώς τα καλύτερα. (Φωτογραφίες: Γιώργος Ντινόπουλος).

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 08042018


Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

ΕΝΑ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗ ΛΙΟΣΙΩΝ



Η ιδέα της πασχαλινής εξόδου για τους περισσότερους που παίρνουν τους δρόμους προς την εξοχή είναι πρωτίστως ένα ανθισμένο λιβάδι. Έτσι καλεί η παράδοση να γιορτάζεται το Πάσχα σε όλη στην επικράτεια  ή σε μια αυλή με γλάστρες έστω, στο σπίτι του χωριού, στο νησί η το χωριό της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Και τούτο να μην συμβεί, λόγω καιρού ή άλλων παραγόντων, η ιδέα είναι που κινεί την επιθυμία είναι η κρατούσα του Πάσχα… 

Για όσους δεν μπορούν να το κατορθώσουν ή αγαπούν την Αθήνα η οποία έχει τις δικές της ανοιξιάτικες χάρες, ένα μικρό ανοιξιάτικο λιβάδι τους περιμένει να το δουν μόνο, πίσω από τη συρμάτινη περίφραξη και μεταφερθούν νοερά για λίγο στην εξοχή. Τούτο βρίσκεται στην γωνία της οδού Λιοσίων και Μάγερ  όπου κάποτε υπήρχε ένα παλιό σπίτι και στο οικόπεδο που λαγάρισε μετά την πτώση του και δεν έγινε πάρκινγ όπως τα άλλα δίπλα του, άγνωστο με ποιο τρόπο και πιθανώς με τον αέρα, μεταφέρθηκαν σε αυτό σπόροι από κίτρινες μαργαρίτες των αγρών και επειδή φαίνεται πως το χώμα δεν ήταν τόσο ρυπασμένο φύτρωσαν και μοιάζουν σαν σε εξοχή κάπου στην Ελλάδα. Έτσι η εικόνα του ανθισμένου οικοπέδου  σε αυτή την ξεψυχισμένη γειτονιά υπενθυμίζει πως η άνοιξη κατοικεί κάτω από την πόλη και μπορεί να ξεφυτρώσει οπουδήποτε δεν υπάρχει κάτι που οριακά να την εμποδίζει. Επί πλέον, δίνει μια ιδέα για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν όμορφοι χώροι όλοι οι παρατημένοι, δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι…

ΥΓ. Η πρόκληση να γνωρίσω το ανθισμένο οικόπεδο της Λιοσίων ήρθε από τον Γιώργο Π. Αποστολόπουλο, Αντιδημάρχου στο Δήμο Αθηναίων και το προχθεσινό σημείωμά του για αυτό το ωραίο σημείο της Αθήνας. Τον ευχαριστώ…

ΑΘΗΝΑ, 06042018

Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

ΤΑ ΚΟΠΑΔΙΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΙΡΟ...




Ήταν πάντα αυτές οι μέρες, του Μεγαλοβδόμαδου, πριν από δυο – τρεiς δεκαετίες που σε όλα τα χωριά, κυρίως τα ημιορεινά που οι νοικοκυραίοι κτηνοτρόφοι έκαναν πρόωρη Λαμπρή γιατί περνούσε από το μαντρί τους ο χασάπης, το άδειαζε από αρνοκάτσικα και για λίγες μέρες, πριν εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έβλεπαν λίγο χρήμα στις τσέπες τους!


Οι εποχές αυτές που σχεδόν κάθε σπίτι είχε ένα κοπαδάκι από γιδοπρόβατα με το οποίο πορεύονταν όλο το χρόνο πέρασαν, ανεπιστρεπτί, όπως φαίνεται. Το κοπαδάκι, είκοσι με τριάντα το πολύ κεφάλια και αυτά ανάλογα με τα χωράφια που είχε κάθε νοικοκυριό και βεβαίως τα ανάλογα άτομα να το προσέχουν, αποτελούσε το κεφάλαιο με το οποίο επιβίωνε κάθε σπίτι. Παρείχε γάλα για να φτιάξουν τυρί και βούτυρο για να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας και ενδεχομένως να πουλήσουν και λίγο, μαλλιά για βαριά ρούχα, κανένα στέρφο, γερασμένο ή άρρωστο ακόμη για την ιδιοκατανάλωση και τον τοπικό χασάπη αλλά εκείνο που όλοι αγωνίζονταν ήταν να έχουν κάποια να πουλήσουν για το Πάσχα που το έθιμο επιτάσσει αρνί ή κατσίκι στη σούβλα ή στο φούρνο με πατάτες.



Τα αρνοκάτσικα που προορίζονταν για τον χασάπη του Πάσχα τα πρόσεχαν ιδιαίτερα – όσο τους επέτρεπε ο καιρός και οι τροφές που αποθήκευαν γιατί με την πώλησή τους έπιαναν μερικά λεφτά και με αυτά εξυπηρετούσαν τα χρέη σε προμηθευτές και τα βερεσέδια στα μπακάλικα του χωριού και αν περίσσευαν ψώνιζαν και τίποτα ρούχα και είδη ανάγκης που δεν μπορούσαν να παράξουν. Όσο περισσότερα γιδοπρόβατα έτρεφαν, τόσο πιο σίγουροι ένιωθαν ότι πετυχαίνουν το στόχο τους αν και πάντα γκρίνιαζαν για  τον χασάπη που τους εύρισκε, όπως έλεγαν, στην ανάγκη και τους έπαιρνε τα ζωντανά για… ένα κομμάτι ψωμί.



 Έτσι έλεγαν, αλλά αποδέχονταν την κατάσταση και δεν προσπαθούσαν να βρουν άλλο τρόπο να πουλήσουν ή να τα προωθήσουν στην αγορά οι ίδιοι.  Σε πολλά χωριά δεν υπήρχαν καν δρόμοι, ούτε και αυτοκίνητα για να τα πάρουν και να τα πάνε σε κάποια πόλη κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να τα δώσουν σε αυτόν που έρχονταν στο χωριό τους.
Ο χασάπης που πήγαινε σε κάποιο χωριό να μαζέψει αρνοκάτσικα ήταν συνήθως γνωστός γιατί πήγαινε πολλά χρόνια και γνώριζε τον κάθε χωριάτη ξεχωριστά. Ήξερε που έχει μαντρί, πόσο πρόσεχε το κοπάδι, τις αδυναμίες του καθενός και τις παραξενιές κι ανάλογα κινούνταν με γνώμονα πάντα το συμφέρον του.  Ο χασάπης εμφανίζονταν στο χωριό πάντα την ίδια ημέρα, με τα πόδια τα παλιότερα χρόνια και με αυτοκίνητο όταν έγιναν οι δρόμοι και ήταν συνήθως του Λαζάρου και των Βαίων. Ήταν δε πάντα καλοδεχούμενος κι όλοι κρυφοκοίταζαν πόσο φουσκωμένη ήταν η τσέπη του καθώς ήταν κανόνας να πληρώνει επί τόπου και μετρητοίς στον νοικοκύρη τα πράματα που αγόραζε. Όταν τέλειωνε τις αγορές απ’ όλο το χωριό συγκέντρωνε τα πράματα σε ένα μαντρί κάποιου χωριάτη και τα πήγαινε κατόπιν με τη βοήθεια κάποιων που ήταν  μαζί του στον προορισμό του κι εκεί τα έσφαζε.



Οι χωριάτες από τη στιγμή που έφευγε ο χασάπης άρχιζαν στην ουσία και να τυροκομούν το γάλα τους καθώς πια δεν υπήρχαν τα αρνοκάτσικα που ρούφαγαν τα γαλάρια κι έτσι έβαζαν ως στόχο να φτιάξουν και κάποιους ντενεκέδες τυρί και λίγο βούτυρο αυτοί που είχαν γίδια για να πουλήσουν στα παζάρια του καλοκαιριού και να κονομήσουν λίγα λεφτά για να καλύψουν διαρκείς ανάγκες ή τα απρόοπτα του βίου τους. Έτσι έκλεινε ο κύκλος της ετήσιας παραγωγής του κοπαδιού κι άρχιζε το φθινόπωρο η νέα περίοδος της φροντίδας μέχρι το Γενάρη που κανόνιζαν να γεννήσουν και άρχιζε ο καινούργιος ως την Λαμπρή.  

Το σημαντικό στην περίπτωση ήταν ότι δεν το κοπάδι που διατηρούσε κάθε χωριάτης δεν είχε κανένα κόστος αφού οι ανάγκες του καλύπτονταν από τη βοσκή στου καθενός τα χωράφια και στις κοινοτικές ή δασικές εκτάσεις που ήταν γι’ αυτό το σκοπό προορισμένες ενώ για το χειμώνα φρόντιζαν να έχουν ξηρό χορτάρι πάλι από τα χωράφια τους ή κλαρί από το δάσος. Με λίγα λόγια, δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο της έκτασης του χωριού που να μην είχε ενδιαφέρον για τη βοσκή, ακόμη και τα πλάγια με τα βάτα ήταν χρήσιμα για τα οικόσιτα γίδια και οι άκρες των κήπων για τα μανάρια που κάποιοι διατηρούσαν στα σπίτια τους. Ο κτηνοτροφικός δε πλούτος κάθε χωριού φαίνονταν καθαρά από την ένταση της βόσκησης μέσα σε αυτό και στις εξοχές γύρω του. «Έφεγγε ο τόπος» έλεγαν χαρακτηριστικά και δεν μπορούσε κανένας να κρυφτεί από τα μάτια των άλλων καθώς τη χαμηλή βλάστηση ξύριζαν κυριολεκτικά τα γίδια. Εξυπακούεται πως κάποιοι φρόντιζαν να έχουν και λίγο καρπό (καλαμπόκι ή κριθάρι) μετρημένο σπυρί το σπυρί για τα ζωντανά που είχαν ανάγκη ενίσχυσης της τροφής τους όταν αυτά γεννούσαν ή περνούσαν μια περίοδο ανάρρωσης.


Το κοπάδι άρχισε να έχει έξοδα όταν άρχισαν να ανοίγονται δρόμοι στα χωριά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ως το 1985 που δεν έμεινε κανένα χωρίς αυτό το αγαθό του σύγχρονου πολιτισμού καθώς και του ηλεκτρικού ρεύματος. Πολιτισμός βέβαια για τους περισσότερους σήμαινε την έξοδό τους στις πόλεις και στον κάμπο για να λυτρωθούν, όπως έλεγαν από τα βάσανα της αγροτοποιμενικής ζωής που έκαναν κι έτσι άρχισαν να αποψιλώνονται τα χωριά και κατέληξαν σήμερα να κατοικούνται από ελάχιστους, μη ενεργούς στην πλειονότητά τους ανθρώπους και οι οποίοι ζουν κυρίως από συντάξεις.

Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχουν πλέον σε κανένα χωριό τόσα πράματα ώστε να συμφέρει στον χασάπη να ξεκινήσει να πάει να αγοράσει και αν συμβαίνει, πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, για λίγους που έχουν ξεμείνει στα χωριά και διατηρούν ένα κοπάδι το οποίο βέβαια βόσκει παντού γιατί έχουν εγκαταλειφθεί παντού οι καλλιέργειες και μόνο μέσα στα χωριά υπάρχουν λίγοι φραγμένοι κήποι. Τα περισσότερα κοπάδια πλέον είναι στον κάμπο όπου και μένουν όλο το χρόνο ή σε οργανωμένες φάρμες απ’ όπου και τα προμηθεύονται οι χασάπηδες για την αγορά του Πάσχα και για όλη τη χρονιά.

Έτσι στα χωριά που αναφέρεται το παρόν δημοσίευμα η Λαμπρή είναι μια, εκείνη στην εκκλησία και τα ντόπια αρνοκάτσικα που θα μπουν στη σούβλα, λίγα και μετρημένα καθώς τα περισσότερα προέρχονται πια από τα κρεοπωλεία των πόλεων και μάλιστα σφραγισμένα όπως υποχρεώνει η σχετική νομοθεσία. Με αυτό τον τρόπο παύουν να λειτουργούν και τα υπαίθρια σφαγεία που έδιναν έναν επί πλέον ματωμένο τόνο στη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο σε κάθε αυλή με τα απελπισμένα βελάσματα των αρνοκάτσικων.



Πέρα από την ηθογραφία των αμνών και των κατσικιών του Πάσχα, το θέμα έχει και μια άλλη διάσταση που ακροθιγώς παρουσιάζεται σε αυτό το σημείωμα και θα αναπτυχθεί σε κάποιο επόμενο μιας και αφορά την ύπαιθρο όλης της χώρας. Η συρρίκνωση μέχρι εξαφάνισης της παραδοσιακής οικονομίας δεκάδων χιλιάδων νοικοκυριών σε συνδυασμό με την μόνιμη οικονομική κρίση, έχει ως συνέπεια των περεταίρω φτωχοποίηση κοινωνικών ομάδων που στοιχειωδώς κάλυπταν τις ανάγκες τους σε τροφή τουλάχιστον χωρίς κόστος και υποχρεώσεις. Το μοντέλο μοιάζει παρωχημένο στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης θα πουν πολλοί ενθουσιώδεις αλλά μην ξεχνάμε, η κοινωνίες σε κάθε εποχή ήταν σύνθετες και αλληλοεξαρτώμενες και οι εμπειρίες των περασμένων γενεών πάντα πολύτιμες…   

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες με τα πρόβατα μπροστά στο ερειπωμένο σπίτι και τις γίδες είναι από την περιοχή του Αγαλιανού, παραποτάμου του Αχελώου, στην πλευρά της Ευρυτανίας στη θέση Αμπέλια. Το θέμα δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "Δημοκρατία" για το κυνήγι και το ψάρεμα στις 04/04/2018.

ΑΘΗΝΑ, 05042018


Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗΣ


Φωτογραφία της προτομής του Αντώνη Τρίτση (2012)
Είναι σαν έθιμο πια, τέτοιες ημέρες να τριγυρνάω την Αθήνα, να βλέπω όλα αυτά που παλεύει και τρέχει ο κόσμος να φτάσει μέσω της αγοράς στην Ανάσταση και φυσικά να βλέπω και διάφορα της πόλης, σημαντικά και ασήμαντα και να δίνω βάρος στα δεύτερα καθώς πιστεύω πως αυτά είναι που δίνουν διαφορετικό αέρα στην πόλη…



Στη σημερινή, σύντομη βόλτα γιατί η ίωση αν και πέρασε με έχει διαλύσει, πήγα να δω τις κουτσουπιές μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στην Ακαδημίας, ένα χώρο όπου μπορεί ο περαστικός να καταλάβει σε ποιο στάδιο ανάπτυξης είναι η άνοιξη στην πόλη και τούτο χάρη στις μεγάλες κουτσουπιές οι οποίες φροντίζουν κάθε χρόνο να ανθίζουν και να δίνουν ένα τόνο χαρμολύπης σε μια εμβληματική γωνιά της πόλης.

Λέω περαστικός γιατί τα τελευταία χρόνια, με την αδιαφορία όλων, και κυρίως των φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού της παρακείμενης Νομικής Σχολής Αθηνών, το παρκάκι έχει μετατραπεί σε κέντρο εμπορίας και δημόσιας χρήσης ναρκωτικών. Οι ευθύνες είναι ξαναλέω, της ακαδημαϊκής κοινότητας πρώτα που δεν διεκδίκησαν το χώρο ως αυλή ενός πανεπιστημίου και λιγότερο των άλλων (Δήμος, Αστυνομία και άλλες επίσης αδιάφορες δυνάμεις) και αυτά που βγήκαν και είπαν προχθές κάποιοι καθηγητές και πρυτάνεις μόνο ειρωνικά χαμόγελα προκάλεσαν στα χείλη όσων γνωρίζουν την περιοχή και την πρόσκαιρη κινητοποίηση της ΕΛΑΣ για λίγες ώρες. Μόλις πέρασε ο θόρυβος τα πράγματα συνέχισαν να γίνονται όπως κάθε μέρα εδώ και μια δεκαετία σχεδόν…



Δεν περίμενα βέβαια να δω άλλα πράγματα αλλά ας προχωρήσουμε στις κουτσουπιές, οι οποίες όπως είδα φέτος δεν είχαν τη θαλερότητα άλλων ετών και δεν ξέρω σε τι οφείλεται αυτός ο μαρασμός. Δεν νομίζω όμως ότι κάτι συμβαίνει με τα συγκεκριμένα δέντρα αλλά το φαινόμενο είναι γενικό καθώς στην ίδια κατάσταση είδα και τις κουτσουπιές σε άλλα σημεία της πόλης, στους Αγίους Θεοδώρους, στην Ιπποκράτους, στον Εθνικό Κήπο και αλλού. Φαίνεται πως ο καιρός φέτος δεν ευνόησε την ανθοφορία τους αλλά τούτο δεν είναι σε βάρος των δέντρων και ελπίζουμε πως του χρόνου θα είναι πολύ καλύτερες.



Το άλλο που παρατήρησα γι’ αυτό και βάζω τη φωτογραφία αρχείου, είναι ότι ακόμα λείπει η προτομή του Αντώνη Τρίτση η οποία μαζί με του Ελ Γκρέκο είχαν την ατυχία να είναι φτιαγμένες από μπρούντζο και τις αφαίρεσαν οι γνωστοί – άγνωστοι ανακυκλωτές και τις πούλησαν στα λαθραία χυτήρια. Και καλά, δεν έβαλαν ένα αντίγραφό τους να μην το ξανακλέψουν αλλά για λόγους κομψότητας θα έλεγα, συνέπειας έστω, θα μπορούσαν να ξηλώσουν τα βάθρα τους γιατί έτσι άδεια προσβάλλουν τους «απόντες» τιμημένους και ενισχύουν την διάχυτη άποψη περί της αδιαφορίας για κάθε τι σε αυτόν τον έρμο τόπο. 


Ακτήμων ο Αθηναίος

ΑΘΗΝΑ, 04042018




Τρίτη 3 Απριλίου 2018

ΕΦΥΓΕ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΜΕΤΟΣ



Έφυγε για τον ουρανό των Αγράφων και ο Γιάννης Κ. Καραμέτος (1924 – 2018) κι είναι σαν να έπεσε ένας ψηλός έλατος στη Νεράιδα (Σπινάσα) Δολόπων και να άδειασε ο Τόπος…

Τον Γιάννη Κ,. Καραμέτο είχα γνωρίσει πριν από 10 χρόνια, όταν έφτιαχνα το βιβλίο «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» και ήταν ο αγαπημένος μου (μεταξύ πολλών επίσης αγαπημένων) αφηγητής καθώς ήταν μετρημένος στα λόγια, δίκαιος στις κρίσεις και τρυφερός στα ανθρώπινα των συγχωριανών του. Περάσαμε μαζί πολλές ώρες στο σπίτι του συζητώντας και κάθε φορά ήταν να ταξίδευα μαζί του πίσω στο χρόνο και να ζούσαμε μαζί τόσα και τόσα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της Νεράιδας και όλης της χώρας. Η εξαιρετική μνήμη που διέθετε αυτός ο γενναίος και ακούραστος σε όλες τις δουλειές άνθρωπος, ήταν ο καλύτερος οδηγός στην ανάγνωση της ιστορίας και της κοινωνίας της Νεράιδας καθώς ο Γιάννης Κ. Καραμέτος έζησε όλα τα χρόνια της ζωής του στη Νεράιδα και γνώριζε από πρώτο χέρι τον αγώνα που έκαναν οι συγχωριανοί του να ξαναφτιάξουν το χωριό, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας που ακολούθησε τον Εμφύλιο Πόλεμο που ήταν και το θέμα του βιβλίου. Πέρα απ’ αυτά όμως ο Γιάννης Κ. Καραμέτος ήταν και ο άνθρωπος που μαζί συζητήσαμε για την ζωή του χωριού, τους αγώνες και τα βάσανά τους για την επιβίωση, στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα και το υλικό από αυτές τις συνεντεύξεις αποδεικνύεται πολύτιμο για μια έκδοση σχετικά με την οικονομία αυτών των ορεινών κοινοτήτων στα μέσα του περασμένου αιώνα και είναι κρίμα που δεν θα δει το 
βιβλίο.




Κλείνοντας τον κύκλο της ζωής του ο μπάρμπα Γιάννης, όπως τον λέγαμε όλοι, κλείνει κι ένας άλλος, εξίσου σημαντικός που αφορά όχι μόνο την κοινότητα της Νεράιδας αλλά γενικότερα τις μικρές πατρίδες και την προσοχή που δώσαμε στα περασμένα. Ο Γιάννης Κ. Καραμέτος είχε σώσει μια φωτογραφία, το 1930 πρέπει να ήταν, που έδειχνε όλους τους Καραμεταίους και αυτός παιδάκι τότε, μετά από 90 χρόνια τους θυμόνταν όλους έναν προς έναν και σημειώσαμε τα ονόματά τους για να μη ξεχαστούν εκείνοι οι πρόγονοι. Αυτή τη φωτογραφία είχαμε επιλέξει να είναι και στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Καλό ταξίδι μπάρμπα Γιάννη στους ουρανούς και καλή αντάμωση με τους προγόνους!

ΑΘΗΝΑ, 03042018

ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΟΙΩΝΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟΥ



Το Μεγαλοβδόμαδο θυμάμαι, όταν ήμουν ακόμη παιδί στο χωριό, δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτό που ζούμε σήμερα σε κάθε μικρή πατρίδα και δεν διαφέρει καθόλου από μια πόλη καθώς το τυπικό του έχει φορτωθεί τόσο πολύ από τα έθιμα που επιβάλλει η αγορά και υπαγορεύουν συμπεριφορές που καταντούν βαρετές, μη πω τίποτα χειρότερο…

Το βασικό χαρακτηριστικό εκείνων των Μεγαλοβδόμαδων ήταν η λιτότητα στην κατανάλωση των αγαθών, η αυστηρότητα στις κινήσεις και τους τρόπους και φυσικά, η προετοιμασία του νοικοκυριού για την Ανάσταση. Προετοιμασία η οποία δεν περιορίζονταν στην κουζίνα και την ψησταριά αλλά και στην αυλή, στο μαντρί, τα χωράφια και τα κήπια. Ειδικά για τα κήπια το Μεγαλοβδόμαδο αν ήταν στεγνός ο καιρός εκεί δίνονταν η μεγάλη, πρώτη μάχη για το νοικοκυριό καθώς έπρεπε να οργωθούν και να είναι έτοιμα μόλις ζεστάνει ο καιρός να φυτευτούν. Έτσι, δεν προλάβαιναν να πάρουν ανάσα οι άνθρωποι και τις περισσότερες φορές γύριζαν στο σπίτι από τα χωράφια όταν είχαν ήδη τελειώσει οι λειτουργίες τις οποίες παρακολουθούσαν συνήθως οι γέροι και τα λιανοπαίδια. Από τη Μεγάλη Πέμπτη και μετά άρχιζε να πυκνώνει το εκκλησίασμα και το παρών του στην εκκλησία έδινε σύσσωμο το χωριό τη νύχτα της Ανάστασης και το απόγευμα της Αγάπης.



Όλο το Μεγαλοβδόμαδο ο κόσμος τότε ήταν σκυμμένος στη δουλειά, στο χωράφι και σήκωνε το κεφάλι μόνο να ξεδιψάσει και σαν έπαιρνε είδηση καθένα πουλί νε πετάει ή να κελαϊδάει στους θάμνους ή στο κοντινό δασάκι, στέκονταν να το ακούσει και να το καμαρώσει γιατί αυτά ήταν τα μόνα πλάσματα που του έκαναν συντροφιά στο μόχθο του, ειδικά σε τίποτα απόμακρα χωραφάκια και τούτο θεωρούσε καλό οιωνό για τη σοδειά και την προκοπή. Και ήταν γεμάτος ο τόπος πουλιά όλων των ειδών εκείνα τα χρόνια και πετούμενα που σπάνια πια βλέπουμε, όπως τσαλαπετεινοί, κορυδαλλοί, πέρδικες κι άλλα όμορφα για την κοψιά της κι άλλα γλυκόλαλα σαν τα κοτσύφια και τα αηδόνια που με αυτά έκλεινε μια μέρα γεμάτη μόχθο για τον νοικοκύρη…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Η φωτογραφία του τσαλαπετεινού και της γαλαζοπαππαδίτσας στο Γαύρο πάνω από τα Καμπιά της Δυτικής Φθιώτιδας που μου έστειλε ο καλός φίλος Γιάννης Αυγέρης μου θύμισε τα χρόνια που οι φωνές της άνοιξης ακούγονταν σε κάθε χωράφι και στράτα του χωριού…

ΑΘΗΝΑ, 03042018

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

ΚΑΛΩΣΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΩΡΑΙΟ ΑΠΡΙΛΗ




Ούτε για αστείο δεν μπορούμε να πούμε λίγα ψέματα σήμερα (όπως το καλεί η αθώα πρωτομηνιά του Απρίλη) γιατί στη χώρα που έχει χάσει εντελώς την κανονικότητά της -τι φταίει γι’ αυτό όλοι το γνωρίζουμε αλλά σφυρίζουμε αδιάφορα- και η παραμικρή αλήθεια είναι καταδικασμένη να γίνει κι αυτή ένα μεγάλο ψέμα που κολλάει σαν ψείρα πάνω μας.

Πάραυτα, τον ωραίο μήνα που μας έκανε ποδαρικό σήμερα πρέπει να τον καλωσορίσουμε όπως πρέπει: στις εξοχές που κορυφώνεται η άνοιξη αν μπορούμε, στα λιβάδια, στις πηγές και στα δάση και στις εκκλησιές, σε εκείνες τις μικρές και ταπεινές στα βουνά, τα νησιά και τους κάμπους, τις αλειτούργητες και τις ξεχασμένες γιατί στις μεγάλες και τις λαμπερές ο πλούτος αποθαρρύνει ακόμη την ελπίδα που καλλιεργούμε για την Ανάσταση!

ΑΘΗΝΑ, 01042018