Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

ΟΙ ΦΩΛΙΕΣ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ




Εκεί που είναι το αμπέλι του Φώτη Γκατζούνη ανάμεσα στα χωριά Καλλίθηρο (Σέκλιζα) και Αμπελικό, στο τέλος του καρδιτσιώτικου κάμπου και πριν αρχίσουν να ανεβαίνουν τα Άγραφα ο τόπος πάντα προσφέρονταν για την αμπελουργία και το κρασί που βγαίνει από τα κλήματα της περιοχής είναι ονομαστό σε όλη την Καρδίτσα και πέρα απ’ αυτή ακόμη.
Τούτο οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, τόσο της φύσης αλλά κυρίως από το μεράκι την πείρα των αμπελουργών και των οινοποιών, πράγματα που για πολλούς ντόπιους δεν αμφισβητούνται καθώς η παράδοση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά στηρίζει τις καινοτομίες κι έτσι τους δίνεται το προνόμιο να καμαρώνουν για το αποτέλεσμα.

Πότε έγινε το πρώτο αμπέλι στην περιοχή, κανένας δεν γνωρίζει. Ούτε φυσικά πότε και ποιος ημέρωσε το πρώτο κλήμα και το έκανε να βελτιώνεται συνεχώς μέχρι να φτάσει στις σημερινές εξαιρετικές ποικιλίες. Ένας άνθρωπος έκανε το πρώτο βήμα και σιγά – σιγά η περιοχή που ήταν κάποτε ρουμάνι έγινε αμπελότοπος. Μπορεί βέβαια τα δέντρα να έδωσαν τη θέση τους στα αμπέλια αλλά δεν έφυγαν μακριά, μένουν στις άκρες ή στριμώχνονται στο λόγγο που αβόσκητος και απάτητος σφίγγει όλο πιο πολύ το τοπίο.



Το ίδιο έγινε και με τα άγρια ζωντανά όταν ο αρχαίος άνθρωπος όρισε τον τόπο που ξεχέρσωσε ως δικό του, του έδωσε όνομα και τον έφραξε όπου μπορούσε για να έχει σίγουρη τροφή για τα δικά του.  Απομακρύνθηκαν προς το βουνό, λιγόστεψαν από τον φόβο και το κυνήγι και σπάνια πλέον πλησίαζαν τα χωράφια και τις περισσότερες φορές τους έβγαινε σε κακό. Και τα νερά από τα ρέματα και τις πηγές ακόμη μάζεψε εκείνος ο άνθρωπος να ποτίζει τα δικά του ζωντανά και να αρδεύει τα χωράφια του αδιαφορώντας αν έχουν μια σταγόνα να ξεδιψάσουν τα ζωντανά του λόγγου και τα πουλιά των αγρών. 
Και τα πουλιά στριμώχτηκαν από αυτή την κατάσταση, μπορούσαν να πετάνε όμως πάνω από τις ιδιοκτησίες και να φτιάχνουν τη φωλιά τους όπου τα βόλευε, πράγμα που συνηθίζουν να κάνουν μέχρι σήμερα, όπως φανερώνουν τα πράγματα στο αμπέλι που έφτιαξε το 2004 με διάφορες ποικιλίες ο Φώτης Γκατζούνης ο οποίος είναι και πρόεδρος του δυναμικού και δραστήριου Συλλόγου Αμπελουργών Καρδίτσας «Διόνυσος Α.Σ.». 
Έτσι δεν ένιωσε έκπληξη όταν περπατούσε στο αμπέλι πριν από καμιά δεκαριά ημέρες  και είδε στα κλαδιά ενός κλήματος μια περιποιημένη φωλιά κότσυφα με ένα αυγό. 

Κοίταξε γύρω δεν είδε τους γονείς πουθενά, από κάπου όμως κουρνιασμένοι σε κρυφό κλαρί θα τον παρακολουθούσαν. Στάθηκε λίγο, την καμάρωσε και έφυγε να προλάβει τη δουλειά και σαν ξαναπέρασε από αυτό το σημείο είδε με λύπη πως κάποιο άλλο ζωντανό που δεν είχε την δική του ευαισθησία το έσπασε και με το περιεχόμενό του έδιωξε την πείνα του. Κάποιο αρπακτικό θα ήταν, μπορεί όμως και αλεπού ή κουνάβι που αφθονούν στην περιοχή. Κοίταξε πάλι γύρω του, πουθενά οι γονείς του, κάπου θα παρακολουθούσαν κρυμμένοι το δράμα και φέτος μάλλον δεν θα κελαηδάνε χαρούμενα γύρω από το αμπέλι.



Την επομένη ημέρα που ξαναπήγε ο Φώτης για κορφολόγημα στο αμπέλι, στη ρίζα ενός άλλου κλήματος είδε μια φωλιά, ορτυκιών αυτή τη φορά με τέσσερα λαμπερά αυγά μέσα. Στάθηκε λίγο, τα χάζεψε και απομακρύνθηκε κάνοντας την ευχή να μην έχουν την τύχη των αυγών του κότσυφα και από εκείνη την ημέρα τα έχει στο νου του περιμένοντας να σκάσουν, να μεγαλώσουν τα ορτυκόπουλα που θα βγουν ενώ είναι διατεθειμένος του χρόνου να τους προσφέρει πάλι φιλοξενία αλλά για την ασφάλεια δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα.  Όλα τα πλάσματα και ιδιαίτερα τα άγρια ακολουθούν τις δικούς τους κανόνες στη ζωή και κανένας δεν μπορεί να παρέμβει να τους αλλάξει προς όφελος της μιας μεριάς ή της άλλης κι ας η μάχη της επιβίωσης που δίνουν γίνεται στο δικό του χωράφι... 
  
Φωτογραφίες: Φώτης Γκατζούνης

ΑΘΗΝΑ, 03072019. Δημοκρατία - Κυνήγι, 27062019.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

ΤΑ ΑΓΡΙΜΙΑ ΑΦΑΝΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΧΕΛΩΝΕΣ



Ραντεβού στο μονοπάτι για συζήτηση...

Από τα πλάσματα που ζουν το καλοκαίρι κάτω από τις φτέρες είναι και οι χελώνες και στο  υπόστρωμα που δημιουργούν όταν ξεραίνονται κοιμούνται το χειμώνα. Κάτω από τις φτέρες βρίσκουν χλωρή τροφή και επί πλέον κρύβονται από τους εχθρούς τους.

Στα χωράφια του χωριού παλιότερα κινούνταν πολλές χελώνες. Καταλαβαίναμε από τα σπασμένα τσόφλια που είχαν κάνει τις φωλιές τους καθώς και χελωνάκια τα οποία δεν πείραζε κανένας, όπως άλλωστε και τις μεγάλες. Κατά κάποιο τρόπο ήταν ένα προστατευόμενο είδος και μάλλον αδιάφορο αφού δεν έκανε ζημιές στα μποστάνια.

Η μάνα μου, ενενήντα χρονών σήμερα και η οποία έζησε όλα τα χρόνια της στο ύπαιθρο και συνεχίζει ακόμη να περπατάει στα παρατημένα χωράφια, μεταξύ άλλων παρατήρησε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν λιγοστέψει πολύ οι χελώνες ενώ δεν έχει δει κανένα χελωνάκι. Αντιθέτως, βλέπει όλες τις φωλιές που έκαναν στο χωράφι κατεστραμμένες και τα σπασμένα τσόφλια δείχνουν πως δεν βγήκε από αυτά κανένα ζωντανό.

Το γεγονός αποδίδει στην υπερβολική αύξηση των αλεπούδων καθώς και των κουναβιών που δεν βρίσκουν τροφή και ρημάζουν τις φωλιές από τις χελώνες. Παλιότερα, λέει, ήταν τα χωράφια γεμάτα κόσμο και παντού τριγύριζαν σκυλιά, πράγμα που τις κρατούσε σε απόσταση και φυσικά σε μικρό αριθμό. Τώρα που τίποτα δεν τις απειλεί, σαρώνουν τόπο και δεν αφήνουν τίποτα αφάγωτο. Έτσι δικαιολογεί την μείωση του αριθμού των χελωνών αλλά και των σχατζόχοιρων που έχουν την μοίρα από τις λιμασμένες αλεπούδες.
«Σε λίγα χρόνια δεν θα ακούς τίποτα στο χωράφι» λέει και στεναχωριέται γιατί οι χελώνες ήταν γι’ αυτή μια συντροφιά και το σούρσιμό τους ανάμεσα στα χόρτα και τις φτέρες, την έδιναν την εντύπωση πως δεν ήταν μόνη στις δουλειές που έκανε στο ύπαιθρο. Με τον τρόπο της η κυρά Κούλα σχολιάζει την σκληρή πραγματικότητα στην έρημη ελληνική ύπαιθρο όπου χωρίς τον άνθρωπο, το άγριο επιστρέφει όλο και πιο δυναμικά.



ΥΓ. Όταν πριν από λίγες ημέρες τις είπα πως είδα τρεις χελώνες στο χωράφι, απόρησε. Πείστηκε όταν τις είδε στις φωτογραφίες και κατάλαβε πως έκανα και μια σκηνοθεσία. Της ομολόγησα πως ναι, έβαλα το χεράκι μου να φανούν σαν μια συντροφιά. Είχα βρει πρώτα τις δυο δίπλα στο μονοπάτι και μάλλον διέκοψα τον ερωτικό τους οίστρο και άκουσα την τρίτη να περπατάει πιο πέρα. Την πήρα και την έβαλα δίπλα στις άλλες δυο με τρόπο ώστε να φαίνεται πως συζητάνε αλλά ούτε ένα κλικ δεν μου επέτρεψαν να κάνω όπως ήθελα. Φαίνεται πως θύμωσαν που τους χάλασα τη βόλτα και δεν κρατιόντουσαν να φύγουν…    

ΑΘΗΝΑ, 29062019. 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

ΕΓΕΙΡΕ Ο ΕΛΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΙΘΕΑΣ



O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2015.

Πλήρης ημερών και όρθιος έφυγε πριν από λίγες ημέρες ο Μιλτιάδης Φρύδας (1914 – 2019) ο γηραιότερος τσέλιγκας της Αργιθέας ο οποίος  έζησε σαν παιδί τον απόηχο των Βαλκανικών Πολέμων και ώριμος την τραγική δεκαετία του 1940 – 1950 και κατόπιν, είδε από την μοναξιά της μικρής του ορεινής πατρίδας να ρημάζουν σιγά – σιγά τα βουνά από μεγάλα κοπάδια και να σωπαίνει ο τόπος από φωνές, κουδούνια και αλυχτίσματα.


O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2015.
Ο Μιλτιάδης  γεννήθηκε στο Αετοχώρι (ή Μαρκελέσι, συνοικισμός της Στεφανιάδας) ένα από τα ψηλότερα χωριά της Αργιθέας και ακολούθησε αυτό που έκαναν οι γονείς του και πρόγονοί του.  Ο πατέρας του Ιωάννης του οποίοι η γενιά είχε ρίζες στην Ήπειρο, ήταν γεννημένος στο Δέντρο των Βραγγιανών και σαν μπιστικός στον Κώστα Τσαπραΐλη βρέθηκε  στο Αετοχώρι και παντρεύτηκε την κόρη του τσέλιγκα Αθηνά.   

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Μιλτιάδης ακολούθησε τη ζωή του πατέρα του και των χωριανών που χειμώνα έφευγαν να ξεχειμάσουν στο Ξηρόμερο (Ξηροβούνι, Παλιαομάνινα, Αστακό) και το καλοκαίρι βοσκούσαν τα κοπάδια τους στα λιβάδια της Ιτιάς πάνω από τη Στεφανιάδα. Παράλληλα καλλιεργούσαν και τα λιγοστά χωραφάκια που είχαν κερδίσει από το δάσος για να βγάζουν το ψωμί της χρονιάς χωρίς να περιμένουν και πλήρη ανταπόδοση των κόπων τους. Τα αδέρφια του ήταν ο Κωνσταντής που ξενιτεύτηκε στον Καναδά και πέθανε εκεί, Βασίλης που ζει στον Καναδά, ο Θωμάς, ο Δημοσθένης, η Αντιγόνη που πέθανε πάνω στη γέννα στο Ανθηρό, η Ιουλία που ζει σήμερα στο Στρογγυλοβούνι του Ξηρόμερου και η Λαμπρινή που ζει στην Αθήνα.
Στο Ξηρόμερο οι Φρυδαίοι πήγαιναν μαζί με συγγενείς τους από το Αετοχώρι αλλά και άλλους, από το Λεοντίτο και εκεί αποκλείστηκαν δυο χρόνια στην περίοδο του Εμφυλίου που δεν τους επιτράπηκε να ανέβουν στα βουνά εξαιτίας των επιχειρήσεων του στρατού εναντίον των ανταρτών. Ο Μιλτιάδης είχε καμιά εκατοστή πράματα και με αυτά πορεύονταν αλλά έχασε τα μισά κάποια χρόνια στον Εμπεσσό και με όσα του απόμειναν πορεύτηκε μέχρι το 1958 που παντρεύτηκε την Ευθαλία και πήρε προίκα καμιά πενηνταριά.


O Μιλτιάδης Φρύδας με την κόρη του Μαρία.

Από εκείνη τη χρονιά ο Μιλτιάδης σταμάτησε να πηγαίνει στο Ξηρόμερο και έμεινε μόνιμα στο Αετοχώρι με το κοπάδι του και καλλιεργώντας τα χωράφια του.  Εκείνη την εποχή άρχισε να αδειάζει το χωριό και κάποια χρόνια έμειναν αυτός και η γυναίκα του μόνοι στο χωριό που ακόμα δεν είχε ούτε δρόμο της προκοπής, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι χωριανοί είχαν αρχίσει τότε να διαλύουν τα κοπάδια τους και φεύγουν προς την Ελάτεια αναζητώντας καλύτερη τύχη στα εργοστάσια και τις άλλες δουλειές του κάμπου. Ο Μιλτιάδης δεν τους ακολούθησε και πορεύτηκε όπως ήξερε στο άδειο χωριό.  
Όλος ο τόπος ήταν δικός του πλέον και δεν χρειάζονταν να ανεβάζει τα πράματα στην Ιτιά, τα τάιζε και από το κριθάρι που καλλιεργούσε και σαν είχε ανάγκη προμηθεύονταν αυτό που χρειάζονταν από τον Πάνο Νασιώκα, που διατηρούσε χάνι στη γέφυρα κάτω από το Λεοντίτο. Στο χωριό μεγάλωσαν και τα δύο παιδιά του, Γιάννης και Μαρία. Ο Γιάννης έγινε δάσκαλος, ένα δυο χρόνια δίδαξε και στο σχολείο του Αετοχωρίου και κατόπιν διορίστηκε στη Βοιωτία σε σχολεία της οποίας δίδαξε αρκετά χρόνια.


Ο Μιλτιάδης Φρύδας με τη γυναίκα του Ευθαλία 
στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2009.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια η ζωή στο Αετοχώρι γίνονταν δύσκολη και έτσι τον χειμώνα 1984 - 1985 διέλυσε το κοπάδι, κράτησε λίγα και τα έδωσε στον αδερφό του Δημοσθένη στην Ελάτεια και πήγε κοντά στον γιό του που διορίστηκε δάσκαλος στη Βοιωτία. Το επόμενο έτος εγκαταστάθηκε στην Ελάτεια όπου είχαν συγκεντρωθεί πλέον οι περισσότεροι συγχωριανοί του. Από τότε και ύστερα κάθε χρόνο ανέβαιναν με τη γυναίκα του από τις αρχές του Μαίου για να είναι εκεί στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου και κάθονταν μέχρι αργά το φθινόπωρο στο χωριό ασχολούμενος μέχρι πριν από δυο χρόνια με τον κήπο του.  Το 2010 πέθανε η γυναίκα του και από τότε το χειμώνα πήγαινε στη Λάρισα στα παιδιά του αλλά μέχρι πέρσι που άρχισαν να λυγάνε τα πόδια του, το καλοκαίρι δεν έλειπε ούτε μέρα από το χωριό.

Ο Μιλτιάδης Φλούδας αγαπούσε το χωριό και τον Τόπο του όσο λίγοι και αυτό τον έκανε να νιώθει ευχαριστημένος να είναι εκεί και να ασχολείται με τα ζωντανά και τα χωράφια του. Ήταν ένας πράος και αγαπητός απ’ όλους άνθρωπος, δίκαιο τον αποκαλούσαν και ήταν αυτός που καλούσαν να λύσει όποιες διαφορές προέκυπταν ανάμεσα στους χωριανούς. Με μια τεράστια εμπειρία ζωής κοντά στα κοπάδια στα βουνά της Αργιθέας αλλά και την συμμετοχή του στον πόλεμο του 1940 στην Αλβανία, όπου τραυματίστηκε και η είσοδος των Γερμανών τον βρήκε σε ένα νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη, ο Μιλτιάδης αποτέλεσε το παράδειγμα για μια συνετή και μετρημένη, χωρίς ρίσκα ζωή και έτσι παρέμεινε ως το τέλος. 


Ερείπια μιας άλλης εποχής στα βουνά της Αργιθέας

Αυτό όμως που όλοι εκτιμούσαν και προσέτρεχαν σε αυτόν ήταν ότι γνώριζε τα πάντα γύρω από τις αρρώστιες και τα προβλήματα των ζωντανών και έκανε μέχρι χειρουργικές επεμβάσεις όταν παρουσιάζονταν κάποιο πρόβλημα. Όσοι τον έβλεπαν να ανοίγει το κεφάλι της προβατίνας να βγάζει την «τρέλα», ένα σκουλήκι δηλαδή δεν πίστευαν ότι θα τα κατάφερνε. Τα κατάφερνε όμως μια χαρά γιατί πίστευε σε αυτό που έκανε και ήθελε να μην χαλαλιστεί το ζωντανό και να γίνει καλά γιατί απ’ αυτά ζούσαν όλοι στο Αετοχώρι. Τον καλούσαν να δει ζωντανά σε όλα τα κοπάδια και η εμπειρία του τον έκανε σεβαστό σε όλη την Αργιθέα.


O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου
 το 2015 με την κόρη του Μαρία και συγχωριανούς.

Ήξερε ακόμη και από βότανα, μάζευε τσάι από τις πιο απρόσιτες κορυφές και άφησε στον γιό του Γιάννη παρακαταθήκη σε αυτές να πηγαίνει να μαζεύει κι αυτός,  χρησιμοποιούσε τις φλούδες από τις ρίζες των πουρναριών για τους στομαχόπονους και άλλες αδιαθεσίες. Η παρατηρητικότητά του αλλά και όσα είχε μάθει από τους παλαιότερους που γνώρισε τον είχαν κάνει ειδικό πάνω σε όλα αυτά τα ζητήματα. Στη ζωή του πάλι δεν έκανε υπερβολές και έτσι διατηρήθηκε μέχρι τα 100 χρόνια του ανάλαφρος και δημιουργικός. Είχαν να το λένε στο Αετοχώρι για το πόσο ελαφρά περπατούσε στην Ιτιά, στο Μοναχό Κλαρί, στο Γαλάτσι.


O Μιλτιάδης Φρύδας στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου το 2015.
Φεύγοντας ο Μιλτιάδης κλείνει κι ένα ακόμη κεφάλαιο της παραδοσιακής ζωής στην Αργιθέα και σε όλη την Ελλάδα. Από τους τελευταίους μιας γενιάς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στη φύση, απόλυτα ενταγμένοι στις αλλαγές της και ικανοί να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά κάθε απρόοπτο που συνέβαινε γύρω τους και να επιβιώσουν και στις πιο αντίξοες συνθήκες. 

ΑΘΗΝΑ, 13032019. Περιοδικό "Κυνήγι{, εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΚΑΡΥΔΙΩΝ


Κάθε καρύδι για να μαζευτεί από το έδαφος απαιτεί κι ένα σκύψιμο και κατά παράδοση, 
η ποδιά που φορούσαν οι γυναίκες ήταν το καλύτερο μέσο για να αρχίσει η συγκομιδή τους

Ήταν μέχρι λίγες δεκαετίες, τότε που τα χωριά ήταν ακόμη γεμάτα από κόσμο και οι ανάγκες τους έπρεπε να καλυφθούν από την παραγωγή που είχαν στον τόπο τους και από τα χωράφια και τα κοπάδια τους έφταναν όλα στο τραπέζι τους,γεμάτος και ο τόπος από καρυδιές των οποίων ο πολύτιμος καρπός εκτός από το αποτελούσε κάτι το ιδιαίτερο για όλους, αλλά αποτελούσε και το σκληρό νόμισμα των αγροτικών αυτών κοινωνιών.

Η εποχή αυτή, όπως εξάλλου κάθε τι που δήλωνε την ιθαγένεια στην παραγωγή των βασικών διατροφικών προϊόντων στην ελληνική επαρχία πέρασε στο περιθώριο της ιστορίας και κοντεύουν να ξεχαστούν και ο τρόπος που κάθε νοικοκύρης προσπαθούσε να καταφέρει τούτο αλλά και η φύση έχει πια περιορίσει αισθητά τη γενναιοδωρία της. Πιθανόν τούτο να συμβαίνει γιατί η φύση καθώς δεν βλέπει να μην την έχει ανάγκη ο άνθρωπος που προσπαθεί μάλιστα με άλλους πιο πιεστικούς τρόπους να την καρπωθεί, να περιορίζει η ίδια την παραγωγή της για λόγους που μπορεί να καταλαβαίνουμε...


Ο νεαρός Αλβανός δήλωσε πως ξέρει από ραβδισμό καρυδιάς και πήρε το λούρο να την 
τινάξει αλλά το αποτέλεσμα του εγχειρήματος διέψευσε τον νοικοκύρη του δέντρου.

Ο λόγος όμως για τις καρυδιές, ένα ευλογημένο δέντρο για την ορεινή Ελλάδα που φύτρωνε εύκολα παντού αλλά οι άνθρωποι προτιμούσαν να τη βάζουν στην άκρη των χωραφιών να ποτίζεται λιγάκι και να μην βαραίνει με τη σκιά του τις άλλες καλλιέργειες. Είναι όντως βαρύς ο ίσκιος της καρυδιάς αλλά τις περισσότερες φορές το παρέβλεπαν καθώς κοντά ή ακόμη και πάνω από το σπίτι, ήταν καλύτερα για τον έλεγχο της σοδειάς από τους περαστικούς αλλά και το πλήθος των τρωκτικών και των ποικίλων κορακοειδών που τους αρέσουν πολύ τα καρύδια και τα αρπάζουν πριν ακόμη αυτά ωριμάσουν.
Υπήρχαν όμως και πολλές καρυδιές στα δάση, ορισμένες μάλιστα που ήταν κοντά σε πηγές και ρέματα ήταν πολύ μεγάλες και εντυπωσιακές για το μέγεθός τους και την παραγωγή τους και τον καρπό τους τον μάζευαν αυτοί που νέμονταν τον τόπο ή όποιος προλάβαινε από το χωριό ή τις μοιράζονταν οι γείτονες. Από αυτές τρέφονταν και τα περισσότερα τρωκτικά του δάσους καθώς και τα αγριογούρουνα που εκείνα τα χρόνια ο αριθμός τους ήταν περιορισμένος λόγω της έντονης παρουσίας και δράσης των ανθρώπων στην ύπαιθρο.


Μια χούφτα φρέσκα καρύδια, το κέρδος της χρονιάς από μια καρυδιά που ζει ξεχασμένη στην άκρη ενός χωραφιού και τα οποία γλίτωσαν από τις επιδρομές των τρωκτικών.

Αυτές οι μεγάλες, αιωνόβιες καρυδιές στα δάση δεν υπάρχουν πια καθώς όλες σχεδόν κόπηκαν για το πολύτιμο ξύλο τους. Τούτο έγινε σαν «πάτησε» και τις πιο απόμακρες περιοχές, όπως η Μπέσια και του Κύφου στα Άγραφα ο δασικός δρόμος και από πλευράς δασαρχείων που ήταν αρμόδια γι’ αυτά τα δάση δεν εκφράστηκε καμιά μέριμνα για τη σωτηρία ορισμένων από αυτά των μνημειακών δέντρων της ελληνικής φύσης. Το κέρδος ήταν πολύ πιο ισχυρό από αυτού του είδους τις ευαισθησίες κι έτσι χάθηκαν αυτά τα σπουδαία δέντρα.Το ίδιο εξάλλου συνέβη και με τις καρυδιές που βρίσκονταν μέσα στα χωράφια. Τις περισσότερες από τις μεγάλες τις έκοψαν σαν οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα χωριά και πολλές περιπτώσεις τα κέρδη από το ξύλο τους επενδύθηκαν στην πρώτη εγκατάστασή τους στις πόλεις και όπου αλλού αναζήτησαν καλύτερη τύχη.

Απέμειναν όμως αρκετές καρυδιές σε όλα τα χωριά για να θυμίζουν την εποχή που τις τελευταίες ημέρες του Σεπτέμβρη όλοι ασχολούνταν με τα πολύτιμα καρύδια. Η συλλογή τους απαιτούσε να καθαριστούν καλά τα χωράφια από τα αγριόχορτα και τα βάτα, να ραβδιστούν τα δέντρα για να πέσει ο καρπός στο έδαφος, να καθριστεί από τα φλούδια που μαυρίζουν με τους χυμούς τους τα χέρια, να πλυθούν, να απλωθούν για να στεγνώσουν καλά και να αποθηκευτούν σε στεγνό και ευάερο μέρος γιατί αλλιώς ο έμπορος που θε έρχονταν να τα πάρει έπρεπε να τα βρει σε άριστη κατάσταση. Όλη αυτή η δουλειά γίνονταν με ιδιαίτερη προσοχή γιατί από τα καρύδια εξαρτιόνταν και η οικονομία κάθε σπιτιού και κυρίως έμπαινε σε αυτά ζεστό χρήμα που κάλυπτε διάφορες ανάγκες.



Μη έχοντας άλλο τρόπο να τινάξουν την καρυδιά τους η Γεωργία και ο Γιάννης Ζηνέλλης στην Καστανιά Ευρυτανίας, πήραν από μόνοι τους μια μακριά κλάρα και ξεκίνησαν. (Φωτογραφία 2013).

Τούτο βέβαια δεν ισχύει στην κλίμακα εκείνη γιατί η καλλιέργεια των καρυδιών στα ορεινά υποχώρησε καθώς έφυγαν οι άνθρωποι και λίγοι πια ασχολούνται με αυτά, κυρίως συνταξιούχοι που ξεκαλοκαιριάζουν στα χωριά τους και το ενδιαφέρον τους πια δεν είναι τόσο οικονομικό αλλά στις περισσότερες φορές στηρίζεται στη νοσταλγία των παλιών εποχών που κάθε χρόνο απομακρύνονται καθώς λιγοστεύει και η γενιά που τους έζησε.

Η διαφορά τούτων των ανθρώπων με τους παλαιότερους είναι ότι πια δεν ραβδίζουν τις καρυδιές αλλά περιμένουν πότε θα βρέξει και να φυσήξει για να πέσει ο καρπός από τα δέντρα να τον μαζέψουν και τούτο συμβαίνει γιατί στα χωριά έπαψαν να υπάρχουν ραβδιστές ή άνθρωποι πρόθυμοι να ανέβουν στα δέντρα να τα ραβδίσουν. Τούτο στα παλαιότερα χρόνια το έκαναν λίγοι άνθρωποι που διάθεταν ευλυγισία και δεν φοβόντουσαν το ύψος γιατί ανέβαιναν σε πολύ ψηλά κλαδιά και έπαιρναν και καλό μεροκάματο αφού πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να πέσουν και να τσακιστούν. Το ραβδισμό δε τον έκαναν με μακριά κλαδιά, «λούρια» τα έλεγαν και συνήθως ήταν από μέλεγο γιατί αυτό το κλαρί δίνει μεγάλο ύψος στα κλαδιά του και έχουν μάλιστα και μεγάλη ελαστικότητα.


Πρόκοψε χάρη στο νερό και το σκάψιμο του εδάφους και είναι γεμάτη καρπό μια καρυδιά στην άκρη ενός κήπου με φασόλια και καλαμπόκια στη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας.

Τη δύσκολη τούτη δουλειά καμιά φορά δηλώνουν πως μπορούν να κάνουν διάφοροι πρόθυμοι για όλα αλλοδαποί, Αλβανοί κυρίως που βρίσκονται στα χωριά αλλά συνήθως δεν ξέρουν, ταλαιπωρούν το δέντρο με άσκοπους ραβδισμούς ενώ οι ντόπιοι είναι επιφυλακτικοί μαζί τους για να μη συμβεί κανένα ατύχημα και μετά τρέχουν και δεν σώνουν. Γι’ αυτό και κάθονται και περιμένουν πότε θα πέσουν τα καρύδια για να τα μαζέψουν ή αποφασίζουν να τις ραβδίσουν από μόνοι τους από το έδαφος και ότι καταφέρουν...


Καρύδια απλωμένα να στεγνώσουν καθώς έχουν φτάσει στο τελευταίο στάδιο 
της συγκομιδής τους και πρέπει να είναι καθαρά και λαμπερά πριν βγουν στην αγορά. 



Η ΣΟΔΕΙΑ ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ





Τα καρύδια ήταν ένα βασικό και πολύτιμο προϊόν της ελληνικής υπαίθρου αλλά τα τελευταία χρόνια λόγω της εγκατέλειψης της υπαίθρου παρατηρείται μια σοβαρή συρρίκνωση των καλλιεργειών και τούτο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής. Αυτή όμως δεν είναι και η μόνη αιτία της μείωσής της καθώς η σοδειά είναι και στο έλεος των τρωκτικών που χωρίς να έχουν κανένα εχθρό λυμαίνονται τον καρπό και των αρπακτικών πτηνών που χωρίς κανένα φόβο τον αρπάζουν από το κλαρί ακόμη άγουρο. Τις νύχτες τα χωράφια πλημμυρίζουν από ποντίκια και αγριογούρουνα που δεν αφήνουν καρπό για καρπό και την ημέρα σκίουρους που με ταχύτατες κινήσεις πιάνουν τον καρπό από το κλαρί και τον κουβαλάνε σε άλλο σημείο πιο ασφαλές γι’ αυτούς για να το φάνε καθώς και από τις άφοβες κίσσες και κοράκια. Αυτό γίνονταν και παλαιότερα αλλά τότε ήταν γεμάτος ο τόπος από καρυδιές και κάπως μοιράζονταν οι ζημιές σε όλο το χωριό ενώ τώρα την πληρώνουν τα λίγα εναπομείναντα δέντρα κοντά στα σπίτια ενώ κανένας πια δεν πάει να κυνηγήσει όπως τα περασμένα χρόνια πουλιά σε αυτά τα χωράφια. Με λίγα λόγια, η απουσία του ανθρώπου από την ύπαιθρο και η μείωση των καλλιεργειών είχε σαν αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των τρωκτικών και την αρπαγή της μικρής παραγωγής.



ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 17102018. Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία, 17102018, σελ. 

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΑΣ ΣΑΠΙΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΦΕΤΟΣ…




Τέτοιο καιρό, λένε οι ντόπιοι στα χωριά του Ανατολικού Τυμφρηστού δεν έχουν ζήσει ποτέ και μιλάνε βέβαια για την καθημερινή σχεδόν βροχή που πέφτει και τους περισσότερους επηρεάζει μόνο ψυχολογικά καθώς συνταξιούχοι ή παροπλισμένοι, δεν έχουν πια καμιά δραστηριότητα στο ύπαιθρο ενώ αυτοί που αντιμετωπίζουν ουσιαστικό πρόβλημα, είναι οι λίγοι κτηνοτρόφοι που χάρη σε αυτούς παρατηρείται κάποια αχνή ζωή στα βουνά και τις εξοχές και διατηρούν και μια υποτυπώδη οικονομική δραστηριότητα στις μικρές πατρίδες.

Κακά τα ψέματα. Ο καιρός φέτος, όχι μόνο στην Κεντρική Ελλάδα αλλά σε όλη τη χώρα μοιάζει να έχει τρελαθεί και βρέχει συνέχεια, σαν να είναι Νοέμβριος κάποιες φορές και ενώ τελειώνει ο Αύγουστος, τα λιβάδια έχουν ακόμη χλωρό χορτάρι όπως τον Μάιο. Το ζήτημα ασφαλώς και απασχολεί επιστήμονες σε όλο τον κόσμο γιατί και σε άλλες χώρες παρατηρούνται διάφορα περίεργα φαινόμενα και όλοι μαζί προσπαθούν να βρουν μια εξήγηση γιατί συμβαίνουν αυτά και πως θα επηρεάσουν τη ζωή μας, αν δεν σταματήσουν.

Φυσικά, όλα τα βλέπουν υπό το πρίσμα της οικονομίας κυρίως και δευτερευόντως σε κοινωνικό και ανθρωπιστικό επίπεδο αλλά και από την άλλη, σε μια διαλυμένη χώρα είναι περιττή πολυτέλεια να ασχολείται το κράτος με τέτοια πράγματα και κυρίως όταν θίγουν μικρές περιοχές που όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες έχουν ατονήσει ή έχουν σβήσει. Έτσι, η πρώτη κουβέντα που ακούς είναι για τον καιρό και αν θα πρέπει να πάρουν ομπρέλα στη βόλτα τους ή την επίσκεψή τους το απόγευμα στην πλατεία του χωριού. 



Μια τέτοια κατάσταση πριν από δυο – τρεις δεκαετίες που όλη η ύπαιθρος είχε ακόμη λίγο κόσμο –αυτούς που έμειναν… πίσω, όπως έλεγαν πολλοί και τους τελευταίους από αυτή τη γενιά αποχαιρετάμε πλέον καθημερινά– θα ξεσήκωνε τον κόσμο, θα τον έβαζε να σκεφτεί τι να κάνει να βγάζει τουλάχιστον τα απαραίτητα τρόφιμα της χρονιάς. Από τη γη του φυσικά και από την δική του παραγωγή μέρος της οποίας αν περίσσευε βέβαια θα έδινε στο εμπόριο ή θα το αντάλλασε με άλλα χρειαζούμενα που έρχονταν από άλλους τόπους. 

Έτσι ήταν τα πράγματα τότε, πριν η «αγορά» μπει σε όλες τις κοινωνίες και εξισώσει ζωή  από άκρη σε άκρη του κόσμου για τα είδη πρώτης ανάγκες και βεβαίως τις υπηρεσίες.
Σήμερα που δεν υφίσταται κάτι τέτοιο αφού δεν υπάρχει καμιά παραγωγή, γιατί να μπει κάποιος σε κόπο να σκεφτεί τι συμβαίνει; Όπως αφέθηκαν όλα να παρακμάσουν στην ελληνική ύπαιθρο και όλη η προσοχή δόθηκε πως οι κάτοικοι των πόλεων, μικρών ή μεγάλων μπορεί να προμηθεύονται τα χρειαζούμενα από το μαγαζί, γιατί να σκάσει αν φέτος οι καρυδιές στην ορεινή Φθιώτιδα θα έχουν την μικρότερη καρποφορία των τελευταίων δεκαετιών; Τι τον νοιάζει αν στα μαγαζιά έχουν εξαφανιστεί τα ελληνικά καρύδια και ο κόσμος που τα θέλει τα βρίσκει με προέλευση Μολδαβίας και είναι μάλιστα και φθηνότερα;

Γιατί να πονοκεφαλιάσει με την περίπτωση των κήπων που έχουν ελαττωθεί σε τραγικό βαθμό σε όλα τα χωριά. Φεύγουν οι παλιοί που τους φρόντιζαν και δεν κλείνουν μόνο σπίτια, ρημάζουν και οι κήποι – για τα χωράφια δεν μιλάει κανένας πια αφού το δάσος τα έχει κυριεύσει όλα, έκλεισε μονοπάτια, κατάπιε εξοχές, έσβησε τα ξέφωτα, πλημμύρισε τα πάντα με δέντρα τα οποία χωρίς τον άνθρωπο να περνά ανάμεσά του και τις κατσίκες να το περιορίζουν, έγινε ζούγκλα αδιάβατη ακόμα και για τα αγριογούρουνα. Φέτος όπως παρατηρώ στα χωριά του Τυμφρηστού οι κήποι που καλλιεργήθηκαν ήταν ελάχιστοι αλλά και η παραγωγή τους πολύ κακή. Τα κηπευτικά, ιδιαίτερα οι ντομάτες σάπισαν ξαφνικά μέσα σε μια νύχτα, τα λάχανα σκουλήκιασαν, τα φασόλια ξεράθηκαν.



Το γεγονός δεν φέρνει κανέναν σε απόγνωση καθώς ξέρουν πως μπορούν να φάνε ντομάτες αγορασμένες στο σούπερ μάρκετ της κοντινής κωμόπολης και δεν τους νοιάζει πια η γεύση ούτε αν προέρχονται από την Πολωνία ή την Κρήτη. Οι καταστάσεις που βιώνουν όλοι σε αυτή την άμοιρη χώρα τους έχουν κάνει εντελώς απαθείς απέναντι και σε πράγματα που μια γενιά πίσω θα την ξεσήκωναν και ο καιρός φέτος, ήρθε να επιβεβαιώσει πως έχουμε σαπίσει όπως τα ζαρζαβατικά από την βροχή στον μικρό κήπο!
Στην περίπτωση, το ουράνιο τόξο που εμφανίζεται πάντα μετά από μια καλοκαιρινή μπόρα στα χωριά του ανατολικού Τυμφρηστού, δεν είναι ικανό να καθησυχάσει τον κόσμο γιατί όλοι είναι βέβαιοι ότι την επόμενη μέρα θα ξαναβγεί μετά την καθημερινή βροχή!



ΑΘΗΝΑ, 218092018. Ένθετο περιοδικό "Κυνήγι" στην εφημερίδα "Δημοκρατία", σελ. 70-71.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

ΝΑΥΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΥ




Είναι αξιοπρόσεχτα σε όλη τη διάρκεια του έτους τα ναυάγια στις ελληνικές ακτές αλλά πιο πολύ το καλοκαίρι, περίοδο κατά την οποία οι συνθήκες του καιρού διευκολύνουν την προσέγγισή τους και προσελκύουν μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών, ειδικά όταν αυτά βρίσκονται σε επιβλητικά  σημεία ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά τα λείψανα των πλοίων κάνουν διάσημες κάποιες άγνωστες παραλίες του ελληνικού αρχιπελάγους…



Ασφαλώς και αποτελούν φαινόμενο, τα σκουριασμένα κήτη σε κάποια παραλία και εξάπτουν ποικιλοτρόπως την περιέργεια των ανθρώπων που τα πλησιάζουν. Ανάλογα δε με την προσωπικότητα και του καθενός τις προσλήψεις για τον κόσμο, τούτα αποτελούν άλλοτε εικαστικές συνθέσεις, άλλοτε σωρούς από παλιοσίδερα ή εστίες ρύπανσης αλλά για πολλούς όμως γίνονται η αφορμή για  την αναζήτηση των ανθρωπίνων ιστοριών που συνδέονται με αυτά οι οποίες δυστυχώς είναι μαρτυρίες απόγνωσης και απελπισίας, ενώ, δεν είναι και σπάνιες οι περιπτώσεις που αυτά δεν χάθηκαν ζωές και περιουσίες.






Βρίθουν οι θάλασσές μας από ναυάγια καθώς από την αυγή της ναυσιπλοΐας υπήρξαν τα σταυροδρόμια όλων των εμπορικών δρόμων που ένωναν την Ανατολή με τη Δύση και το Βορά με το Νότο. Εκεί όμως που είναι περισσότερα από αλλού, είναι γύρω από την Άνδρο και κυρίως στο δύσκολο στενό ανάμεσα στο νησί και την Εύβοια, το λεγόμενο Καφηρέας ή Κάβο Ντόρο, ένα στίγμα που συνδέεται  με πολλές ναυτικές τραγωδίες από τις οποίες γνωστές είναι όσες σημειώθηκαν τις πρόσφατες δεκαετίες που οι ειδικές υπηρεσίες διατηρούν αρχεία και εξετάζουν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Οπωσδήποτε έχουν συμβεί στη περιοχή ναυάγια και σε παλιότερες εποχές αλλά λόγω της φύσης των υλικών, του ξύλου με το οποίο ήταν φτιαγμένα τα περισσότερα, δεν διακρίνουμε ίχνη τους ή αν αυτά υπάρχουν βρίσκονται σε απρόσιτα βάθη. Γι’ αυτά διαβάζουμε στα αρχαία κείμενα ενώ η εξέλιξη της υποβρύχιας αρχαιολογίας δίνει ελπίδες για τον εντοπισμό όλο και περισσότερων και τα οποία όντως αποτελούν θησαυρό πληροφοριών για την εποχή τους.



Αντιθέτως, στις ακτογραμμές της Άνδρου υπάρχουν σήμερα ορισμένα σύγχρονα ναυάγια τα οποία διακρίνονται από την ακτή και προκαλούν την επίσκεψή τους με κάποιο πλωτό μέσο ενώ κάποια άλλα απαιτούν ειδικό εξοπλισμό κατάδυσης και αρκετή πείρα προκειμένου να τα πλησιάσει κάποιος στο βυθό και να θαυμάσει τη δύναμη που έχει η θάλασσα να μεταμορφώνει τις λαμαρίνες και τα άλλα στοιχεία του ναυαγίου σε πολύχρωμους θαλάσσιους κήπους γεμάτους ζωή από τα εκπληκτικά πλάσματα του βυθού και από τα ψάρια που βρίσκουν καταφύγιο στα σκουριασμένα σίδερα.



Αυτά τα ναυάγια γύρω από την Άνδρο έχουν μελετήσει οι Κώστας Θωκταρίδης και Άρης Μπιλάλης και με όσα στοιχεία μπόρεσαν να συγκεντρώσουν και μαζί με πολλές, εντυπωσιακές φωτογραφίες μας προκαλούν να τα γνωρίσουμε κι εμείς μέσα από τις σελίδες του πολύ ωραίο βιβλίου «Ναυάγια στις ακτογραμμές της Άνδρου» που εξέδωσε ο Φιλοπρόοδος Όμιλος «Το Γαύριο» σε επιμέλεια του προέδρου του, κορυφαίου στην τέχνη της τυπογραφίας Γιάννη Μαμάη. Η εισαγωγή στην πολύτιμη αυτή δίγλωση έκδοση για την Άνδρο και για την ελληνική ναυτιλία είναι της Προϊσταμένης της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων Αγγελικής Γ. Σίμωσι,  η μετάφραση της Λιάνας Σακκελίου και του William Shultz ενώ φωτογραφίες διέθεσαν οι Νίκος Ρηγούτσος, Στέφανος Γεωργίου, Αρετή Κομνηνού, Νίκος Καρατζάς, Στέλιος Βαλάκης και Φ. Ποντίκης. Στην έκδοση επίσης συνέβαλε με τον τρόπο του και ο εκδότης Γιώργος Δαρδανός, ο οποίος πάντα είναι πηγή έμπνευσης, ευαισθησίας και οδηγός για κάθε μορφή ανδριώτικου πολιτισμού.



Για κάθε πλοίο οι συγγραφείς έχουν αναζητήσει πληροφορίες που ξεκινούν από τη ναυπήγησή του, διατρέχουν όλη του τη ζωή και καταλήγουν στο ναυάγιο ενώ για ορισμένα προσθέτουν αφηγήσεις μελών των πληρωμάτων τους μιας και πολλά απ’ αυτά ανήκαν σε Ανδριώτες εφοπλιστές. Όπως για παράδειγμα το πολύνεκρο ναυάγιο του «Χρυσή Αυγή στις 23 Φεβρουαρίου 1983 που χάθηκαν 28 άτομα και βύθισε των Άνδρο στο πένθος. Την έκδοση συμπληρώνουν πολλές φωτογραφίες από τα ναυάγια, τόσο των τμημάτων τους που διακρίνονται από την ξηρά αλλά και από το βυθό όπου όντως αποτελούν πρόκληση για τους δύτες που τους αρέσουν τα ναυάγια. Στην έκδοση αναφέρονται έντεκα ναυάγια, τα εξής: «Charkieh» (1900), «Νεάπολις» (1904), «Αντώνιος» και «Γεώργιος» (1905), «Ailswald» (1913), «Ανίτα» (1944), «Έλλη» (1944), «Focomar» (1974), «Χρυσή Αυγή» (1983), «Elina» ή «Semiramis» (1996) και «Μαστροπέτρος» (1999).



Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο στον Φιλοπρόοδο Όμιλο «Το Γαύριο», Χαλκοκονδύλη 9 Αθήνα.
Τηλ. 6944841994, 6944320562, www. gavrio.gr και info@gavrio.gr.





ΑΘΗΝΑ, 22082018. Ένθετο περιοδικό στην εφημερίδα "Δημοκρατία" για το κυνήγι, τη θάλασσα και τη ελληνική ύπαιθρο.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

ΟΤΑΝ ΛΕΙΠΕΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΑ




Το πατρογονικό κτήμα στην περιοχή Παπασήφη της οικογένειας Φώτη Καραγιάννη κοντά στον Αμάραντο Καρδίτσας, ένα σπουδαίο ημιορεινό χωριό των Αγράφων, ακολούθησε κι αυτό την μοίρα του όπως όλα τα άλλα στην περιοχή όταν φύσηξαν οι άνεμοι που διέλυσαν τις τοπικές κοινωνίες και πήραν τον κόσμο και το σκόρπισαν σε όλα τα μέρη του κόσμου…

Όσοι έμειναν πίσω, αποδυναμωμένοι πάλεψαν όσο μπορούσαν μέχρι τότε που τους περίσσευε το κουράγιο αλλά δεν κατάφεραν να κρατήσουν όπως βρήκαν ζωντανό τον κόσμο της μικρής τους πατρίδας και τον άφησαν να σβήσει ελπίζοντας πως μια άλλη γενιά θα έρχονταν και θα τον ανάσταινε. Άφησαν στην άκρη τα εργαλεία και κράτησαν μόνο αναμνήσεις και μέσω αυτών προσπάθησαν να μεταφέρουν στους νεότερους, τεχνικές, συνήθειες και τρόπους ζωής που ρύθμιζαν κάποτε την ζωή της διαλυμένης κοινότητάς.



Μέσα σε αυτά ήταν και ο σεβασμός το βιος του άλλου τον οποίο έπρεπε ο καθένας να έχει αλλά και την αντίληψη που απέναντι στο πράγματα που ανήκαν σε όλους, δηλαδή την κοινότητα. Ανάμεσά τους, τα λιβάδια, τα βοσκοτόπια, οι βρύσες, τα αυλάκια, τα μονοπάτια καθώς και πολλά καρποφόρα δέντρα στο δάσος και δίπλα στους δρόμους τα οποία δεν είχαν νοικοκύρη αλλά τα νέμονταν όλοι, σύμφωνα με την παράδοση που είχαν δημιουργήσει επί τούτου και είναι πολλές και ωραίες οι ιστορίες που αναφέρονται σε αυτή τη σπουδαία έκφραση του διαλόγου της κοινότητας.

Φυσικά μόνο τα λόγια και το εθιμικό δίκαιο, άγραφο κυρίως, δεν επαρκούσαν να στηρίξουν αυτή τη διάθεση και γι’ αυτό είχε θεσμοθετηθεί ο ρόλος του αγροφύλακα ή δραγάτη η ύπαρξη του οποίου λειτουργούσε αποτρεπτικά σε όποιον παρέβαινε τους κανόνες ή επιδίδονταν σε ζημιές και καταστροφές. Το άγρυπνο μάτι του αγροφύλακα, ο οποίος ήξερε σπιθαμή τη σπιθαμή τον τόπο κάθε χωριού ήταν που κρατούσε σε τάξη τις καλλιέργειες και φυσικά προστάτευε τα καρποφόρα δέντρα που ήταν μόνιμος στόχος των παιδιών κάθε χωριού καθώς τα φρούτα ήταν σπάνια εκείνα τα χρόνια και όλοι ήθελαν να τα γευτούν.

Με την πάροδο των ετών και την εγκατάλειψη περιορίστηκαν τα καρποφόρα και τα φρουτόδεντρα σε κάθε χωριό αλλά λιγόστεψαν και τα παιδιά που θα έμπαιναν κρυφά σε ένα κτήμα να τα μαζέψουν από κάποιο δέντρο και στη βιασύνη τους το κατέστρεφαν. Κοντά σε αυτά ήρθε και η κατάργηση του αγροφύλακα σε κάθε χωριό, ρόλο που πήραν κάποιες υπηρεσίες των Δασαρχείων αλλά σε καμιά περίπτωση δεν έχουν σχέση με αυτό που ήταν κάποτε ο ένστολος φύλακας της φύσης και των καλλιεργειών σε όλη την ύπαιθρο χώρα.


Τούτο είναι ένας λόγος, αλλά δεν δικαιολογεί σε τίποτα εκείνον τον άγνωστο που μπήκε πριν από λίγες μέρες κρυφά στο κτήμα του Φώτη Καραγιάννη και στη βιασύνη του να μαζέψει όλα τα δαμάσκηνα από μια νεαρή δαμασκηνιά, τις τσάκισε όλα τα κλαριά, κυριολεκτικά την κουτσούρεψε και το δέντρο θα χρειαστεί κάποια χρόνια να βρει την ισορροπία του. Αν την βρει βέβαια γιατί κάτι τέτοιες συμπεριφορές τα  αποθαρρύνουν και τα μαραζώνουν όπως και στον νοικοκύρη που το γεγονός κλονίζει την εμπιστοσύνη του προς τους χωριανούς αλλά και σε οποιονδήποτε δεν σέβεται τον κόπο του και πιο πολύ την διάθεσή του να αναστήσει το παρατημένο χωράφι και να το στολίσει με ωραία δέντρα.

Γιατί αυτό έκανε ο Φώτης στου Παπασήφη. Ξεκίνησε από τότε που απελευθερώθηκε από την υποχρέωση της δουλειάς να το ζωντανέψει κι εκεί που οι γονείς του καλλιεργούσαν κάποτε καλαμπόκια και ρεβύθια, αυτός φύτεψε καρποφόρα δέντρα που δίνουν ήδη καρπό και ένα διαφορετικό τόνο στο τοπίο όλης της περιοχής. Η δαμασκηνιά που κατέστρεψε ο κακορίζικος επισκέπτης δεν ήταν στα καινούργια δέντρα που φύτεψε αλλά προήλθε από την ρίζα μιας παλαιότερης που ήταν στο χωράφι και ξεράθηκε.

 Ήταν μια συνηθισμένη δαμασκηνιά με ωραίο μαύρο καρπό και η καινούργια κράτησε όλα τα μητρικά χαρακτηριστικά και όσο μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ την καμάρωνε ο Φώτης μέχρι που την είδε κομμάτια και του μαύρισε η ψυχή. Δεν ήταν ο καρπός που έχασε, αλλά η προσβολή που υπέστη όλο το χωράφι από κάποιον που δεν λογάριασε τίποτα και ο οποίος και αγροφύλακας να υπήρχε στο χωριό πάλι τα ίδια θα έκανε. Γιατί δεν ήταν ο ίσκιος του αγροφύλακα που την προστάτευε αλλά η θέση που είχε ο καθένας και η καθεμιά μέσα στην κοινότητα που πάσχιζε να προχωρήσει χωρίς να αφήνει κανέναν πίσω της…  



ΑΘΗΝΑ,  08082018, Περιοδικό "Κυνήγι - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ".