Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΕΝΤΟΚΟΥΜΠΟ




Αυτό που έζησαν προχθές τα Σεπόλια έκανε όλες τις γειτονιές της Αθήνας να ζηλέψουν και με το δίκιο τους. Γιατί, ενώ όλες είναι χτισμένες με τον ίδιο τρόπο, έχουν τους ίδιους δρόμους και που και που σε κάποιο άδειο οικοδομικό τετράγωνο υπάρχει μια παιδική χαρά, ενδεχομένως και ένα γηπεδάκι με τσιμέντο που γνωρίζουν μόνο τα νέα παιδιά ενώ οι μεγάλοι προσπαθούν να συγκινήσουν τις αρχές να του δώσουν λίγη προσοχή, στο γήπεδο του Τρίτωνα στράφηκαν τα μάτια όλου του κόσμου. Συνήθως αυτά τα γηπεδάκια έχουν στις άκρες τους φυτεμένες μπασκέτες, κληρονομιά των λαμπρών εποχών της ελληνικής καλαθοσφαίρισης που αντίθετα στην παράδοση που τέτοια πράγματα τα θέλει να ξεχνιούνται μόλις σβήνουν τα φώτα της γιορτής, αξιοποιήθηκε και απέδωσε καρπούς.

Το σημαντικότερο ήταν ότι χάρη του ενθουσιασμού που κυρίευσε τότε τη χώρα, ένα μεγάλο μέρος των παιδιών και των εφήβων ασχολήθηκε με το μπάσκετ και τον αθλητισμό γενικώς και τούτο οδήγησε στη δημιουργία και πολλών γυμναστηρίων και γηπέδων από τα οποία βγήκε μια γενιά αθλητών που διακρίθηκε και της έλαχε να ζήσει και τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 που θα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη. Κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν και ένας σωρός από πανάκριβα ακίνητα και εγκαταστάσεις από τις οποίες οι περισσότερες αφέθηκαν στην τύχη τους και ρήμαξαν ή άλλαξαν τη χρήση προκειμένου να λειτουργήσουν ως καταστήματα ή χώροι θεαμάτων και διασκέδασης.

Σε ένα απ’ αυτά τα γηπεδάκια στα Σεπόλια, στο οποίο προπονούνταν και η ιστορική ομάδα του Τρίτωνα δοκίμασε να παίξει ο νιγηριανής καταγωγής Γιάννης Αντετοκούνμπο τον οποίο το ταλέντο του και η επιμονή του στο μπάσκετ τον οδήγησαν να παίζει σε μια από τις καλύτερες ομάδες του κόσμου, στην Αμερική. Ο Γιάννης ο οποίος φέτος κατέκτησε το μεγαλύτερο βραβείο στο παγκόσμιο μπάσκετ, βρέθηκε λόγω των υποχρεώσεων του σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες αθλητικών ειδών αυτές τις  ημέρες στην Αθήνα και χθες το απόγευμα ξαναπάτησε το γήπεδο του Τρίτωνα όπου διεξήχθησαν οι τελικοί κατηγοριών στο 3on3 που διοργανώνει μαζί με τα αδέρφια του.

Το παγκόσμιας κάλυψης από μέσα ενημέρωσης γεγονός υποδέχθηκαν με χαρά και ενθουσιασμό οι παλιοί γείτονες και οι φίλοι του Γιάννη και της οικογένειάς του στα Σεπόλια από τους οποίους οι πιο τυχεροί προμηθεύτηκαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά για να μπουν στο γήπεδο οποίο έκανε αγνώριστο η εταιρεία των αθλητικών ειδών για να δουν από κοντά τους ήρωες της γειτονιάς τους. Οι περισσότεροι όμως επέλεξαν ένα άλλο τρόπο, που συνδυάζει την άνεση που διαθέτει ο ιδιωτικός χώρος και τη χαρά της υποδοχής φίλων στο μπαλκόνι για να δούνε όλοι μαζί ένα μεγάλο γεγονός απ’ αυτά που συνδυάζουν σελίδες από παραμύθια με την δύναμη που έχει ένας θεσμός, όπως το αμερικάνικο πρωτάθλημα μπάσκετ σε συνδυασμό με την αγορά και πρακτική των διαφημιστικών εταιρειών.



Έτσι, εκόντες άκοντες οι κάτοικοι των Σεπολίων που γέμισαν χθες το απόγευμα τα μπαλκόνια και τις ταράτσες γύρω από το γήπεδο του Τρίτωνα έγιναν μέρος της γιορτής που διοργανώθηκε για ένα μεγάλο παίχτη αλλά και της μυθολογίας που εντέχνως καλλιεργημένη αποδίδει περισσότερους πόντους και κέρδη στην παγκόσμια αγορά. Για την τοπική επίσης, σημειώθηκε ως μια καλή ημέρα για τα γύρω μαγαζιά και σε πολλούς έμεινε η εντύπωση πως μετά απ’ αυτό το γήπεδο του Τρίτωνα θα τύχει και μιας άλλης προσοχής από τον Δήμο Αθηναίων που έχει την κυριότητα αλλά και για την ομάδα που μετά από όσα ακούστηκαν γι’ αυτή, η πορεία της αποκτά πλέον περισσότερο ενδιαφέρον και δεν είναι λίγοι αυτοί στην Αθήνα που εστιάζουν την προσοχή τους πάνω της.

ΑΘΗΝΑ, 02072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 01072019, σελ. 34.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

ΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΣ




Ήταν παράδοση, μόλις ανοίγει ο καιρός την άνοιξη τα καφενεία να βγάζουν και να τοποθετούν μόνιμα τραπεζάκια και καρέκλες στα πεζοδρόμια και στις πλατείες κι εκεί να εξυπηρετούν τους πελάτες τους. Το ίδιο έκαναν και οι ταβέρνες που είχαν την τύχη η πόρτα τους να ανοίγει σε κάποιο δρόμο με φαρδιά πεζοδρόμια και φυσικά να μην έχουν γείτονες με οχληρές δραστηριότητες ή άλλους που δεν θέλουν να ακούνε φασαρία τη νύχτα. 

Τα προτιμούσε ο κόσμος αυτά τα μαγαζιά καθώς στην Αθήνα, εκτός από τις λίγες ημέρες του χειμώνα που κάνει δυνατό κρύο, το άραγμα σε μια τραπεζάκι που να έχει θέα στην κίνηση του δρόμου ήταν η πεμπτουσία του καφενείου και παράλληλα, μια ενδιαφέρουσα άσκηση πάνω στην παρατήρηση των περαστικών και των γεγονότων που μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να συμβούν εκεί μπροστά τους. Τέτοια τύχη φυσικά δεν έχουν όλα τα καφενεία της πόλης. Όσα βρίσκονται στους μεγάλους δρόμους του κέντρου έχουν περισσότερες πιθανότητες από κάποια που είναι στους παραδρόμους και στα προάστια.

Τα προτιμούσε τα παλιότερα χρόνια ο κόσμος αυτά τα καφενεία, όπως κι εκείνα που είχαν μεγάλες τζαμαρίες που έβλεπαν στο δρόμο γιατί εκεί δεν πήγαινε κάποιος να απολαύσει μόνο τον καφέ του αλλά και να κόψει κίνηση και να δει πως κινείται ο κόσμος μπροστά του, να δει γνωστούς, να μάθει για τον έναν και τον άλλον στη γειτονιά ή την αγορά.

Τα περισσότερα από τα παλιά καφενεία έχουν κλείσει, καθώς άλλαξε και ο κόσμος που πήγαινε σε αυτά. Άλλαξαν και οι συνήθειες, δεν είναι πια σημεία αναφοράς για κάποια γειτονιά κι όσα λειτουργούν έχουν αλλάξει εντελώς τον χαρακτήρα τους. Οι συνταξιούχοι πάλι που ήταν και οι βασικοί θαμώνες τους μετά τις απανωτές περικοπές των συντάξεων δεν μπορούν να στηρίξουν τη λειτουργία τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τζογαδόρους που σε ορισμένα καφενεία ήταν οι βασικοί αιμοδότες τους. Η κρίση στην αγορά και η ανεργία περιόρισαν  δραστικά τα τυχερά παιχνίδια και οι πράσινες τσόχες μουχλιάζουν στη μοναξιά τους αφού δεν  περνάνε πια από πάνω τους ντάμες, βαλέδες και ρηγάδες.
Ένα άλλο πλήγμα στα παραδοσιακά καφενεία ήταν η λειτουργία πάμπολλων άλλων καταστημάτων που εκτός από καφέδες προσφέρουν ένα σωρό άλλα προϊόντα σε κάθε γωνιά και τρύπα της πόλης των οποίων ζωτικός χώρος είναι τα πεζοδρόμια κι έτσι έχουμε το φαινόμενο σε ένα δρόμο, ακόμα και στους πιο κεντρικούς ο πεζός να μην έχει που να περπατήσει από τα τραπεζοκαθίσματα που απλώνει ο μαγαζάτορας. Πολλές φορές μάλιστα, τα τραπεζοκαθίσματα περιφράζονται με γυάλινα υαλοπετάσματα οπότε τα πράγματα δυσκολεύουν περισσότερο την κίνηση για όλους στην πόλη.

Έτσι, ένα καφενείο που θυμίζει το λαμπρό παρελθόν τους στην Αθήνα, αποτελεί αξιοθέατο και προκαλεί όποιον περάσει από την Αθηνάς όπου βρίσκεται να κάτσει στις καρέκλες οι οποίες μαζί με τα κλασσικά στρόγγυλα τραπεζάκια του  να απολαύσει τον καφέ του και να χαζέψει την κίνηση στην Βαρβάκειο Αγορά που αναμφισβήτητα είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες στην πόλη και παρ’ όλες τις αλλαγές που έχουν συμβεί στην κοινωνία μας, διατηρεί τη δυναμική της και την ελευθερία που έχει πάντα ένας τέτοιος χώρος.  

ΑΘΗΝΑ, 30062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 12062019. σελ. 37.    

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

ΤΑ ΑΓΡΙΜΙΑ ΑΦΑΝΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΧΕΛΩΝΕΣ



Ραντεβού στο μονοπάτι για συζήτηση...

Από τα πλάσματα που ζουν το καλοκαίρι κάτω από τις φτέρες είναι και οι χελώνες και στο  υπόστρωμα που δημιουργούν όταν ξεραίνονται κοιμούνται το χειμώνα. Κάτω από τις φτέρες βρίσκουν χλωρή τροφή και επί πλέον κρύβονται από τους εχθρούς τους.

Στα χωράφια του χωριού παλιότερα κινούνταν πολλές χελώνες. Καταλαβαίναμε από τα σπασμένα τσόφλια που είχαν κάνει τις φωλιές τους καθώς και χελωνάκια τα οποία δεν πείραζε κανένας, όπως άλλωστε και τις μεγάλες. Κατά κάποιο τρόπο ήταν ένα προστατευόμενο είδος και μάλλον αδιάφορο αφού δεν έκανε ζημιές στα μποστάνια.

Η μάνα μου, ενενήντα χρονών σήμερα και η οποία έζησε όλα τα χρόνια της στο ύπαιθρο και συνεχίζει ακόμη να περπατάει στα παρατημένα χωράφια, μεταξύ άλλων παρατήρησε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν λιγοστέψει πολύ οι χελώνες ενώ δεν έχει δει κανένα χελωνάκι. Αντιθέτως, βλέπει όλες τις φωλιές που έκαναν στο χωράφι κατεστραμμένες και τα σπασμένα τσόφλια δείχνουν πως δεν βγήκε από αυτά κανένα ζωντανό.

Το γεγονός αποδίδει στην υπερβολική αύξηση των αλεπούδων καθώς και των κουναβιών που δεν βρίσκουν τροφή και ρημάζουν τις φωλιές από τις χελώνες. Παλιότερα, λέει, ήταν τα χωράφια γεμάτα κόσμο και παντού τριγύριζαν σκυλιά, πράγμα που τις κρατούσε σε απόσταση και φυσικά σε μικρό αριθμό. Τώρα που τίποτα δεν τις απειλεί, σαρώνουν τόπο και δεν αφήνουν τίποτα αφάγωτο. Έτσι δικαιολογεί την μείωση του αριθμού των χελωνών αλλά και των σχατζόχοιρων που έχουν την μοίρα από τις λιμασμένες αλεπούδες.
«Σε λίγα χρόνια δεν θα ακούς τίποτα στο χωράφι» λέει και στεναχωριέται γιατί οι χελώνες ήταν γι’ αυτή μια συντροφιά και το σούρσιμό τους ανάμεσα στα χόρτα και τις φτέρες, την έδιναν την εντύπωση πως δεν ήταν μόνη στις δουλειές που έκανε στο ύπαιθρο. Με τον τρόπο της η κυρά Κούλα σχολιάζει την σκληρή πραγματικότητα στην έρημη ελληνική ύπαιθρο όπου χωρίς τον άνθρωπο, το άγριο επιστρέφει όλο και πιο δυναμικά.



ΥΓ. Όταν πριν από λίγες ημέρες τις είπα πως είδα τρεις χελώνες στο χωράφι, απόρησε. Πείστηκε όταν τις είδε στις φωτογραφίες και κατάλαβε πως έκανα και μια σκηνοθεσία. Της ομολόγησα πως ναι, έβαλα το χεράκι μου να φανούν σαν μια συντροφιά. Είχα βρει πρώτα τις δυο δίπλα στο μονοπάτι και μάλλον διέκοψα τον ερωτικό τους οίστρο και άκουσα την τρίτη να περπατάει πιο πέρα. Την πήρα και την έβαλα δίπλα στις άλλες δυο με τρόπο ώστε να φαίνεται πως συζητάνε αλλά ούτε ένα κλικ δεν μου επέτρεψαν να κάνω όπως ήθελα. Φαίνεται πως θύμωσαν που τους χάλασα τη βόλτα και δεν κρατιόντουσαν να φύγουν…    

ΑΘΗΝΑ, 29062019. 

Η ΖΩΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΦΤΕΡΟΥΣΙΑ




Είναι θαρρείς η οργιώδης βλάστηση της φτέρης τον Ιούνιο στα ορεινά και ημιορεινά, ένας τρόπος που έχει επιννοήσει η φύση να μείνει μακριά από αδιάκριτα μάτια και κακόβουλες προθέσεις, ότι γίνεται στο έδαφος και λίγο πιο πάνω ή ακόμη και κάτω απ’ αυτό κι ακόμη, να διατηρηθεί η δροσιά λίγο καιρό περισσότερο για να έχουν να βοσκήσουν τα ζωντανά…

Κάθε χρόνος που περνάει μου προκαλεί την εντύπωση ότι οι φτέρες ψηλώνουν όλο και περισσότερο στα παρατημένα χωράφια του χωριού μου και δεν συγχωρώ τον εαυτό μου που δεν έχω μετρήσει τις περσινές και να κρατήσω σημειώσεις ώστε να κάνω συγκρίσεις με το φετινό τους ύψος. Το ίδιο λέει και η μάνα μου που γνωρίζει το χωράφι πάνω από ογδόντα χρόνια και την πιάνει η νοσταλγία για τα χρόνια που η φτέρες ήταν ελάχιστες γιατί δεν έμεινε ούτε σπιθαμή ακαλλιέργητη κι όλες της άκρες τις ξύριζαν τα ζωντανά.



Η μάνα μου όταν μιλάει για τις φτέρες δεν έχει στο μυαλό της αυτά που γράφω εγώ αλλά τις σχολιάζει με την σταδιακή μείωση λόγω της ηλικίας των δυνάμεων της και την επί του προκειμένου, επιστροφή του άγριου εκεί που κάποτε έφτιαχνε κήπους και μποστάνια. 
Έτσι πρωτοθυμάμαι κι εγώ τα χωράφια. Ξυρισμένα απ’ άκρη σε άκρη για το σανό της χρονιάς και χωρίς ούτε ένα χορταράκι όλο τον υπόλοιπο χρόνο καθώς δεν προλάβαινε κανένα να σηκώσει λίγο μπόι από την καθημερινή βοσκή των ζωντανών. Φυσικά δεν υπήρχε και καμιά περίπτωση να φυτρώσει ούτε καμιά φτέρη, ούτε και κανένα βάτο. 

Σήμερα όλα αυτά τα χωράφια του χωριού μου, τη Μεγάλη Κάψη, στις πλαγιές του Τυμφρηστού, είναι πνιγμένα στις φτέρες που μπορεί όντως να είναι ψηλότερες από άλλες χρονιές αλλά να μην ξεχνάμε, ότι αυτές δεν λιώνουν όπως τα άλλα χορτάρια και μέρος από τα λείψανά τους σωρεύεται κατά στρώματα στο έδαφος και κάθε χρόνο ανεβαίνει. Αυτό φαίνεται και όταν επιχειρήσει κάποιος να βαδίσει ανάμεσά τους. Βουλιάζει το πόδι μέχρι τον αστράγαλο και  βεβαίως πρέπει να φοράει κλειστά και όσο γίνεται πιο ψηλά παπούτσια γιατί κάτω από τις ξερές φτέρες μπορεί να κρύβονται κάποιες δυσάρεστες εκπλήξεις. 




Ειδικά αυτή την εποχή που όλα τα ερπετά βρίσκονται στη φάση της αναπαραγωγής και ψάχνονται δεν είναι καθόλου απίθανο όποιος περπατάει στα χωράφια με τις φτέρες δεν είναι απίθανο να πατήσει κάποιο φίδι και το οποίο φυσιολογικά θα αντιδράσει με ένα τσίμπημα το οποίο αν βρει γυμνό το πόδι, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα.  Γι’ αυτό το λόγο οι άνθρωποι παλιότερα που ήταν όλη τη μέρα στο ύπαιθρο πρόσεχαν πολύ που θα περπατήσουν, που θα κάτσουν και που θα ξαπλώσουν, ακόμη και τι θα έτρωγαν πρόσεχαν γιατί έλεγαν ότι κάποια φαγητά, ειδικά το γάλα τραβούσαν τα φίδια κοντά τους. 

Όπως και να είχε όμως το πράγμα, εκείνοι οι άνθρωποι είχαν άλλη σχέση με τη φύση και την αντιμετώπιζαν ως ίσος με ίσο και μέσα στον κύκλο της ζωής, όλα είχαν θέση και ρόλο.  Τα τελευταία χρόνια η ισορροπία χάθηκε, το άγριο (ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης της υπαίθρου και κυρίως της ημιορεινής) κερδίζει συνεχώς έδαφος και σε συνδυασμό με την απουσία της κτηνοτροφίας, όσα χωράφια δεν έχουν γίνει δάσος, θα γίνουν πολύ σύντομα και σε αυτό, ευθύνη έχει και η φτέρη η οποία κάθε χρόνο στρώνει ένα παχύ χαλί που κρατάει δροσερή τη γη και μπορούν εύκολα να αναπτυχθούν ορισμένα δέντρα υπό την προϋπόθεση ότι αυτά αγαπούν τη σκιά, όπως τα έλατα, οι καστανιές, οι δρυς.



Στο υπόστρωμα και στη σκιά της φτέρης ζουν επίσης ένα σωρό άλλα πλάσματα, μύκητες που αποδομούν ότι οργανικό βρεθεί στο βυθό αυτής της θάλασσας, άπειρα έντομα γιατί εκεί μπορούν να κρυφτούν από τους θηρευτές τους, τρωκτικά για τον ίδιο ακριβώς λόγο, μικρά θηλαστικά και βεβαίως χελώνες που εκεί βρίσκουν χλωρή τροφή. Όποιος κάτσει κοντά σε ένα φτερούσιο (έτσι λέμε τα χωράφια και τις εκτάσεις με τις φτέρες) θα διαπιστώσει και θα ξεχωρίσει ένα σωρό ήχους που βγαίνουν μέσα απ’ αυτό και τούτο κρατάει όλο σχεδόν το καλοκαίρι γιατί κανένα ζωντανό δεν περιλαμβάνει φτέρες στη τροφή του κι έτσι μένουν όρθιες και στη θέση τους μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και προσφέρουν στέγη για ένα σωρό πλάσματα που αγαπάνε να ζούνε κοντά τους.   



ΑΘΗΝΑ, 29062019. Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία", 20062019.

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

ΝΑΥΑΓΟΙ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ




Είναι ειρωνεία, όπως εκφράζεται, το προεκλογικό ενδιαφέρον από τα μεγάλα κόμματα για τους ανθρώπους που χρήζουν μιας ιδιαίτερης μέριμνας και προσοχής, είτε αυτοί πάσχουν σωματικά ή ψυχικά που είναι πάντα και σε χειρότερη μοίρα. Είναι ειρωνεία, να βγαίνει ο ένας και ο άλλος πολιτικός και να εκθέτουν νούμερα, αποτελέσματα μετρήσεων και στατιστικές που δείχνουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων χωρίς να προχωρούν στο βάθος του ζητήματος. Η πραγματικότητα δυστυχώς τους εκθέτει στα μάτια όλων των πασχόντων αλλά και των ατόμων που οι  ζωές τους είναι συνδεδεμένες με την τύχη των ΑΜΕΑ και τα σχόλια είναι ανάλογα των περιστάσεων που βιώνει αυτός ο κόσμος.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα ΑΜΕΑ στην Ελλάδα δεν είναι γνωστά δυστυχώς στον πολύ κόσμο, για μια σειρά λόγων που έχουν να κάνουν με την πολιτική που δεν εφαρμόζεται αλλά και για πρακτικούς λόγους που έχουν να κάνουν κυρίως με την διευκόλυνση αυτών των ανθρώπων στην κυκλοφορία τους στην πόλη, πράγμα που αποτελεί και την μεγαλύτερη ειρωνεία. Κατά καιρούς βλέπουμε και ακούμε πως κατασκευάζεται κάποιο έργο που πρώτα έχει σχεδιαστεί να εξυπηρετεί τα ΑΜΕΑ σε ίσους όρους με τους υπόλοιπους πολίτες και αμέσως αυτό να αφήνεται στην τύχη του ή να ακυρώνεται επειδή δεν έχει προβλεφτεί πως θα επιδρούν πάνω του άλλες δράσεις.
Παντού βλέπουμε ράμπες που έχουν μείνει μισοτελειωμένες ή δεν καταλήγουν πουθενά, συστήματα σήμανσης στα φανάρια κατεστραμμένα και πεζοδρόμια που αποτελούν παγίδες για όποιον θελήσει να τα ακολουθήσει ανιχνεύοντάς τα με τη λευκή βακτηρία. 

Έτσι δε που είναι φτιαγμένα με ανομοιογενή υλικά, με λογής εμπόδια φυτεμένα στην επιφάνειά τους και διάφορα αντικείμενα τοποθετημένα πάνω τους και κυρίως τα άπειρα παρκαρισμένα δίκυκλα και τα αυτοκίνητα είναι επικίνδυνα για όποιον κουβαλάει ένα πρόβλημα πάνω του να τα διασχίσει και να φτάσει χωρίς δυσκολίες στον προορισμό του. Και δεν δημιουργούν προβλήματα μόνο σε όσους έχουν πρόβλημα με την όρασή τους αλλά και σε εκείνους που κινούνται με αναπηρικά αμαξίδια και θέλουν να εξυπηρετηθούν μόνοι τους στην πόλη, χωρίς απαραίτητα να υποχρεώνουν ένα άλλο άτομο να τους σπρώχνει στις μετακινήσεις.

Η μόνη λύση γι’ αυτά τα άτομα είναι να κατέβουν στο δρόμο, να κινηθούν ανάμεσα στα αυτοκίνητα και ανάλογα με την παιδεία που διαθέτει κάθε οδηγός να καταφέρουν να περάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο ή να κινηθούν προς τον προορισμό τους.
Αυτό είδαμε προχθές, στη στάση του Χημείου όταν από το αστικό της γραμμής Κάνιγγος – Γκύζη, κατέβηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα με το αμαξίδιό της (στην πραγματικότητα την κατέβασαν τρείς νεαροί γιατί το αυτόματο γι’ αυτές τις περιπτώσεις σύστημα που διαθέτουν τα λεωφορεία δεν λειτουργούσε) και αφού τους ευχαρίστησε, προσπάθησε να κινηθεί προς την Σόλωνος αλλά ήταν αδύνατον αφού το πεζοδρόμιο δεν προσφέρεται για τέτοια περάσματα. Τι να κάνει; Περίμενε να ανάψει το φανάρι να περάσει απέναντι αλλά όταν έφτασε εκεί σπρώχνοντας η ίδια το αμαξίδιο είδε πως ήταν αδύνατον να το ανέβει γιατί είχε σκαλί και κατευθύνθηκε πιο κάτω ελπίζοντας ότι εκεί που ήταν διαμορφωμένο δεν θα υπήρχε παρκαρισμένο αυτοκίνητο να την εμποδίζει.



Ατύχησε αλλά δεν έχασε την ψυχραιμία της, κινήθηκε ανάποδα στο ρεύμα και χάρη στους οδηγούς που περνούσαν εκείνη τη στιγμή που κοντοστάθηκαν λίγο για να την αφήσουν να περάσει, κατάφερε να βγει όπως ένας ναυαγός σε κάποιο νησί, σε ένα πλατύ πεζοδρόμιο για να μαζέψει δυνάμεις να κάνει την επόμενη κίνηση που αν δεν συνοδεύεται και με λίγη τύχη μπορεί να είναι μάταιη ή σε κάποιες περιπτώσεις επικίνδυνη ως…. μοιραία. 

ΑΘΗΝΑ, 28062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 26062019. σελ. 34.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Η ΕΡΗΜΟΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΜΟΝΟΙΑ




Δεν έχει άλλη εξήγηση: κάποια κατάρα φαίνεται ότι βαραίνει την πλατεία Ομονοίας και δεν στεριώνει πάνω της κανένα έργο, όσο φιλόδοξο και ακριβό κι αν αυτό είναι. Δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν πόσες απόπειρες εξωραϊσμού και ανάπλασης έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες στην πολύπαθη πλατεία αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε γενιά Αθηναίων από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και δώθε, μια άλλη εικόνα της πλατείας παραλαμβάνει και εντελώς αγνώριστη την παραδίδει στην επόμενη. Τούτο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως η αέναος αναζήτηση της αισθητικής τελειότητας αλλά και εύρυθμης λειτουργίας της πόλης αλλά δυστυχώς συμβαίνει το αντίθετο. Κάθε φορά που ξεκινούν να την αλλάξουν, ένας ιδιότροπος δαίμονας παρεμβαίνει και αντί να αφήσει να την φτιάξουν καλύτερη, τους εμπνέει να την κάνουν χειρότερη από ότι ήταν πριν την περιλάβουν.

Γιατί συμβαίνει αυτό κανείς δεν είναι σε θέση να δώσει απάντηση. Όλοι όσοι εμπλέκονται σε τέτοια έργα, σαφώς και είναι αναγνωρισμένοι και έχουν και κάποιες επιτυχίες στο ενεργητικό τους. Αρχιτέκτονες, μηχανικοί, πολεοδόμοι, ένα πλήθος ειδικών που υποτίθεται ότι μέσα από το διάλογο που αναπτύσσεται συνθέτουν μια πρόταση η οποία έχει λάβει υπ’ όψιν τις αλλαγές που έχουν προκύψει στην πόλη αλλά και τις ιδιαιτερότητες της πλατείας.

Από την πλευρά του Δήμου τώρα, γιατί αυτός είναι που πληρώνει σίγουρα υπάρχει μια επιτροπή που σχεδιάζει το έργο, το παραγγέλνει, μελετά τις προτάσεις των εργολάβων και εγκρίνει την καλύτερη και προσφορότερη και αφού εκτελεσθεί, το παραλαμβάνει. Όλα αυτά συνήθως γίνονται μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομο για να μην επηρεάσει τη ζωή στην πόλη και γίνουν κουρέλια τα νεύρα των πολιτών. Έτσι φαντάστηκαν ότι θα γίνει όταν οι Αθηναίοι είδαν στην αρχή του χρόνου συνεργεία να φράζουν με ψηλές λαμαρίνες την πλατεία  και περίμεναν ότι πολύ σύντομα θα την έβλεπαν αλλαγμένη. Είδαν και μια πινακίδα που περιέγραφε με λιτά λόγια το έργο και περίμεναν πως θα τούτο θα το απολάμβαναν τουλάχιστον μέχρι το Πάσχα.

Πέρασε μισός χρόνος από τότε  που ξεκίνησαν και οι λαμαρίνες γύρω από την πλατεία οι οποίες γέμισαν διάφορα συνθήματα καλλιεργώντας καθημερινά την περιέργεια σχετικά με το έργο δεν έπεσαν ώστε να αποκαλυφθεί τι έγινε μέσα, πράγμα που έβλεπαν μόνο όσοι είχαν θέα από τα κτήρια γύρω από την Ομόνοια. Όσοι δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα, απλά δεν γνωρίζουν ότι επί έξι μήνες  μέσα στο εργοτάξιο δεν είχε γίνει τίποτα και η πλατεία είχε γίνει μια έρημη αλάνα στο κέντρο της πόλης που δεν κυκλοφορούσε ούτε ίσκιος γάτας.

Τούτο βλέπει και όποιος τύχει να είναι εκεί όταν ανοίγει καμιά φορά η πόρτα του εργοταξίου. Μια ματιά αρκεί να καταλάβει ότι η γενιά που βρίσκεται τούτη την εποχή στα  πράγματα δεν θα χρεωθεί μια ακόμη αποτυχημένη παρέμβαση στην Ομόνοια. Αντίθετα, η πόλη θα θυμάται ότι την έφραξε όχι γιατί ήθελε να στερήσει από τους μετανάστες τον αγαπημένο τους χώρο για λιάσιμο όπως έλεγε η Τασία Χριστοδουλοπούλου, αλλά μάλλον γιατί δεν είχε κανένα όραμα. Έτσι δημιούργησε και άφησε πίσω από τις λαμαρίνες ένα έρημο τοπίο στο οποίο το μόνο που θυμίζει πως ήταν κάποτε η πλατεία, δυο χημικές τουαλέτες και μια σύνθεση του Ζογγολόπουλου να σκουριάζει πάνω από τα σκουπίδια.  

ΑΘΗΝΑ, 27062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 35.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Ο ΠΑΓΚΟΣ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΕΓΙΝΕ ΠΑΡΕΛΘΟΝ




Γέμισε σπίθες προχθές το απόγευμα το πεζοδρόμιο της οδού Ακαδημίας λίγο πιο πριν από την γωνία με τη Χαριλάου Τρικούπη από τον τροχό με τον οποίο ένας εργάτης του Δήμου λιάνιζε τον σιδερένιο πάγκο του εφημεριδοπώλη Ιορδάνη, όπως όλοι τον ξέραμε και τον χαιρετούσαμε όταν αγοράζαμε εφημερίδες και περιοδικά απ’ αυτόν επί πολλά χρόνια.     
Ο ίδιος ο Ιορδάνης δεν ήταν εκεί να αποχαιρετήσει τον πάγκο του, ήταν τέτοια όμως η ώρα που αρκετοί από τα διπλανά καταστήματα και τα γραφεία σαν άκουσαν το στρίγγλισμα του τροχού βγήκαν να δουν τι γίνεται και έτσι αναφέρθηκε το όνομά του. Δουλεύει κάπου στην ψαραγορά στη Βαρβάκειο, είπε κάποιος και ανέλαβε να τον ενημερώσει όταν τον δει πάλι για την τύχη που είχε ο πάγκος με τις εφημερίδες από τον οποίο έζησε πολλά χρόνια.


Ήταν  η εποχή που σε όλη την οδό Ακαδημίας υπήρχαν παραπάνω από 50 περίπτερα και όλα είχαν εκτός από τα ψιλοπράγματα και τα τσιγάρα που διέθεταν πουλούσαν εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν όμως τέτοια μάλιστα η ζήτηση τις πρώτες δεκαετίες μετά την μεταπολίτευση που για να καλυφθεί η λειτουργούσαν την ημέρα κυρίως και κάποιοι πάγκοι, όπως αυτός του Ιορδάνη. Δεν υπήρχε τότε άλλο τηλεοπτικό κανάλι εκτός από τα κρατικά, όπως και ραδιόφωνα και η ενημέρωση στηρίζονταν αποκλειστικά στις εφημερίδες που κυκλοφορούσαν άλλες το πρωί και άλλες το μεσημέρι και φυσικά δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην αγοράζει μια την ημέρα και τρεις – τέσσερις την Κυριακή καθώς και περιοδικά τα οποία κυκλοφορούσαν σε μεγάλη ποικιλία και σπουδαία θεματογραφία.



Φυσικά τότε το ιντερνέτ και οι εφαρμογές του δεν υπήρχε ούτε στα μυαλά των πιο ευφάνταστων μελλοντολόγων και κανείς δεν φαντάζονταν πως η ενημέρωση και η ψυχαγωγία θα γίνονταν από ένα κινητό ή από ένα λάπτοπ χωρίς μάλιστα να πληρώνεται. Αυτό μπορεί να μην στοιχίζει τίποτα στους αναγνώστες - θεατές αλλά πίσω απ’ αυτή την τρομακτική εξέλιξη κρύβεται μια ατέλειωτη σειρά από καταστραμμένες καριέρες δημοσιογράφων, φωτογράφων, γραφιστών, τεχνικών, υπαλλήλων γραφείου οι οποίοι βρέθηκαν μια μέρα χωρίς δουλειά καθώς το μέσο που εργάζονταν λύγισε από τις καταστάσεις που επικράτησαν στην Ελλάδα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004.



Τη σειρά των θυμάτων της κρίσης στα παραδοσιακά ΜΜΕ έκλεισαν τα περίπτερα και οι εφημεριδοπώλες που έβλεπαν μέρα με τη μέρα να λιγοστεύουν οι αναγνώστες μέχρι που έφτασε η στιγμή που τα κέρδη από τις πωλήσεις της ημέρας δεν έφταναν ούτε για το ενοίκιο του πάγκου κι έτσι, τους άφησαν άδειους να σκουριάζουν στους δρόμους και να γίνονται εστίες συγκέντρωσης σκουπιδιών. Το φαινόμενο φαίνεται πως απασχόλησε έστω και αργοπορημένα  τις υπηρεσίες του Δήμου και όπως ξεκολλάει τα παρατημένα περίπτερα έτσι άρχισε να απομακρύνει και τους σιδερένιους πάγκους από τους δρόμους γιατί κάτι που είναι παραπάνω από βέβαιο πλέον είναι ότι η ενημέρωση και η ψυχαγωγία πλέον είναι ζητήματα που έχει αναλάβει το ιντερνέτ και οι εφημερίδες στο εξής θα είναι σπάνιο πράγμα ενώ κανένας δεν θα θυμάται πως αυτές πουλιούνταν σε πάγκους στους δρόμους.

ΑΘΗΝΑ, 25062019, Έφημερίδα "Φιλελεύθερος" σελ. 37.