Google+ Badge

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

ΧΡΥΣΑΦΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΟΣΤΑΝΙ ΤΟΥ


Δεν ακολούθησε το παράδειγμα άλλων συντοπιτών του που στράφηκαν στον τουρισμό, ο Λεωνίδας Μαλαξιανάκης από το χωριό Χωραφάκια του Ακρωτηρίου Χανίων και προτίμησε να συνεχίσει να δουλέψει τα χωράφια που του άφησε ο πατέρας του Γιάννης.

Βέβαια δεν καλλιεργεί όπως παλιά πλήθος από κηπευτικά και μποστανικά που με αυτά τροφοδοτούσε την αγορά των Χανίων αλλά ασχολείται με είδη που μπορούν να φύγουν εύκολα το καλοκαίρι που το νησί πλημμυρίζει από τουρίστες και τέτοια είναι τα καρπούζια, τα πεπόνια και τα χλωρά καλαμπόκια για ψήσιμο. Για να έχει μάλιστα ο κόπος του καλύτερο αντίκρισμα στην τσέπη του, στήνει πάγκο σε ένα κεντρικό σημείο του δρόμου προς το Σταυρό και τα διαθέτει ο ίδιος. Εκεί μας έκανε τον περασμένο μήνα να σταματήσουμε μια έντονη ευωδιά από ολόχρυσα, στενόμακρα πεπόνια και αφού πιάσαμε κουβέντα καταλήξαμε στο χωράφι να δούμε ποιος τόπος κάνει αυτά τα θαύματα!

Στο περισσότερο μέρος του το χωράφι είχε βράχια και σε λίγα μέρη κρατούσε ένα ελαφρύ κοκκινωπό χώμα που ήταν καλυμμένο από δροσερές καρπουζιές και πεπονιές. Ρώτησα που βρίσκει νερό και μου απάντησε πως έχει άφθονο από το κεντρικό δίκτυο. Πριν όμως κατασκευάσουν το δίκτυο όλες τους οι καλλιέργειες ήταν άνυδρες αλλά τότε ήταν και ο καιρός διαφορετικός – έβρεχε τον Ιούνιο και τον Ιούλιο κι έτσι άντεχαν τα φυτά και είχαν μάλιστα πιο ωραίο αποτέλεσμα σε γεύση αλλά και σε μέγεθος. Μια χρονιά θυμάται που πήγαν όλα καλά, ένα καρπούζι που έκοψαν ζύγιζε 25 οκάδες! Ήταν από εκείνα που έλεγαν χανιώτικα, με μεγάλα μαύρα σπόρια και λεπτή φλούδα, είδος που ο σπόρος του χάθηκε.

Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τα πεπόνια του καθώς είχε την πρόνοια και από το 1963 ήδη κράτησε τον σπόρο από την ποικιλία αργείτικα και κάθε χρονιά φροντίζει να τον ανανεώνει. Προς τούτο αφήνει καμιά δεκαριά πεπόνια, τα σπορίδια όπως λέει να ωριμάσουν κανονικά και αφού πάρει το σπόρο τους, τον πλένει καλά, τον αφήνει δυο ημέρες στον ήλιο και μετά τον φυλάει σε ένα τενεκεδένιο κουτάκι. Για τα πεπόνια της επόμενης χρονιάς όμως ποτέ δεν είναι σίγουρος πως θα είναι πάλι τα ίδια γιατί πολλές φορές η επικονίαση μέσω των εντόμων μπορεί να δημιουργήσει εκπλήξεις όταν μάλιστα είναι κοντά μποστάνια με άλλες ποικιλίες και μπορεί να μπασταρδευτούν και να είναι κανονικά κολοκύθια. Γι’ αυτό λοιπόν φροντίζει κάθε χρόνο να φτιάχνει μποστάνια σε διαφορετικό χωράφι το οποίο νοικιάζει από το μοναστήρι του Γουβερνέτου που διαφεντεύει τον τόπο στο Ακρωτήρι.

Έτσι λέει κατάφερε να κρατήσει ανόθευτη την ποικιλία και το γεγονός ότι τα πεπόνια του είναι περιζήτητα τον κάνει να λέει πως δεν έκανε λάθος τότε που είπε πως θα μείνει αγρότης και πιστεύει πως κάποια στιγμή και άλλοι θα ακολουθήσουν το παράδειγμά του.