Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΙΑΣ ΣΦΗΚΑΣ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ




Έψαχνα  για το πώς θα εικονογραφήσω την επομένη μέρα των πανηγυριών της Παναγίας και ψάχνοντας το αρχείο για ένα μικρό αφιέρωμα στο πανηγύρι του Αγίου Μύρωνα στα Αντικύθηρα που γίνεται σήμερα στο μοναδικό αυτό νησί, έπεσα πάνω σε μια φωτογραφία που δείχνει ένα σύκο που έχει εκραγεί από την ωριμότητα, έτοιμο να καταπιεί μια σφήκα.

Η φωτογραφία επιδέχεται έχει πολλαπλές αναγνώσεις, αλλά με λίγα λόγια δείχνει πως και αυτά τα άγρια πλάσματα, έχουν το μερίδιό τους στον κόσμο ή το δικαίωμα, αν θέλετε, να γλυκαθούν κι αυτά λίγο από τους χυμούς του μεγάλου Αυγούστου. Σχετικά τώρα με τον ενδεχόμενο δια του πνιγμού στους χυμούς θάνατο μιας σφήκας μέσα στο στόμα ενός σύκου, ελάχιστοι νομίζω θα ενδιαφερθούν ενώ αν επρόκειτο για μια μέλισσα, πολλούς μελισσοκόμους θα τους έπιανε η στεναχώρια γιατί βλέπουν να μειώνεται, έστω στο ελάχιστο, η παραγωγή μελιού στον κόσμο. Η σφήκα τρέφεται μεν με τους χυμούς του σύκου αλλά δεν κάνει μέλι, όπως συμβαίνει με τις μέλισσες. Έχει άλλο τρόπο ζωής, πιο ελεύθερο από τέτοιες υποχρεώσεις παραγωγής και νοικοκυριού και τούτο την κάνει ιδιαίτερα γοητευτική. Χώρια δε που είναι και πιο αποτελεσματική στο τσίμπημά της...

ΑΘΗΝΑ, 16082012


ΟΤΑΝ ΛΕΙΠΕΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΑ




Το πατρογονικό κτήμα στην περιοχή Παπασήφη της οικογένειας Φώτη Καραγιάννη κοντά στον Αμάραντο Καρδίτσας, ένα σπουδαίο ημιορεινό χωριό των Αγράφων, ακολούθησε κι αυτό την μοίρα του όπως όλα τα άλλα στην περιοχή όταν φύσηξαν οι άνεμοι που διέλυσαν τις τοπικές κοινωνίες και πήραν τον κόσμο και το σκόρπισαν σε όλα τα μέρη του κόσμου…

Όσοι έμειναν πίσω, αποδυναμωμένοι πάλεψαν όσο μπορούσαν μέχρι τότε που τους περίσσευε το κουράγιο αλλά δεν κατάφεραν να κρατήσουν όπως βρήκαν ζωντανό τον κόσμο της μικρής τους πατρίδας και τον άφησαν να σβήσει ελπίζοντας πως μια άλλη γενιά θα έρχονταν και θα τον ανάσταινε. Άφησαν στην άκρη τα εργαλεία και κράτησαν μόνο αναμνήσεις και μέσω αυτών προσπάθησαν να μεταφέρουν στους νεότερους, τεχνικές, συνήθειες και τρόπους ζωής που ρύθμιζαν κάποτε την ζωή της διαλυμένης κοινότητάς.



Μέσα σε αυτά ήταν και ο σεβασμός το βιος του άλλου τον οποίο έπρεπε ο καθένας να έχει αλλά και την αντίληψη που απέναντι στο πράγματα που ανήκαν σε όλους, δηλαδή την κοινότητα. Ανάμεσά τους, τα λιβάδια, τα βοσκοτόπια, οι βρύσες, τα αυλάκια, τα μονοπάτια καθώς και πολλά καρποφόρα δέντρα στο δάσος και δίπλα στους δρόμους τα οποία δεν είχαν νοικοκύρη αλλά τα νέμονταν όλοι, σύμφωνα με την παράδοση που είχαν δημιουργήσει επί τούτου και είναι πολλές και ωραίες οι ιστορίες που αναφέρονται σε αυτή τη σπουδαία έκφραση του διαλόγου της κοινότητας.

Φυσικά μόνο τα λόγια και το εθιμικό δίκαιο, άγραφο κυρίως, δεν επαρκούσαν να στηρίξουν αυτή τη διάθεση και γι’ αυτό είχε θεσμοθετηθεί ο ρόλος του αγροφύλακα ή δραγάτη η ύπαρξη του οποίου λειτουργούσε αποτρεπτικά σε όποιον παρέβαινε τους κανόνες ή επιδίδονταν σε ζημιές και καταστροφές. Το άγρυπνο μάτι του αγροφύλακα, ο οποίος ήξερε σπιθαμή τη σπιθαμή τον τόπο κάθε χωριού ήταν που κρατούσε σε τάξη τις καλλιέργειες και φυσικά προστάτευε τα καρποφόρα δέντρα που ήταν μόνιμος στόχος των παιδιών κάθε χωριού καθώς τα φρούτα ήταν σπάνια εκείνα τα χρόνια και όλοι ήθελαν να τα γευτούν.

Με την πάροδο των ετών και την εγκατάλειψη περιορίστηκαν τα καρποφόρα και τα φρουτόδεντρα σε κάθε χωριό αλλά λιγόστεψαν και τα παιδιά που θα έμπαιναν κρυφά σε ένα κτήμα να τα μαζέψουν από κάποιο δέντρο και στη βιασύνη τους το κατέστρεφαν. Κοντά σε αυτά ήρθε και η κατάργηση του αγροφύλακα σε κάθε χωριό, ρόλο που πήραν κάποιες υπηρεσίες των Δασαρχείων αλλά σε καμιά περίπτωση δεν έχουν σχέση με αυτό που ήταν κάποτε ο ένστολος φύλακας της φύσης και των καλλιεργειών σε όλη την ύπαιθρο χώρα.


Τούτο είναι ένας λόγος, αλλά δεν δικαιολογεί σε τίποτα εκείνον τον άγνωστο που μπήκε πριν από λίγες μέρες κρυφά στο κτήμα του Φώτη Καραγιάννη και στη βιασύνη του να μαζέψει όλα τα δαμάσκηνα από μια νεαρή δαμασκηνιά, τις τσάκισε όλα τα κλαριά, κυριολεκτικά την κουτσούρεψε και το δέντρο θα χρειαστεί κάποια χρόνια να βρει την ισορροπία του. Αν την βρει βέβαια γιατί κάτι τέτοιες συμπεριφορές τα  αποθαρρύνουν και τα μαραζώνουν όπως και στον νοικοκύρη που το γεγονός κλονίζει την εμπιστοσύνη του προς τους χωριανούς αλλά και σε οποιονδήποτε δεν σέβεται τον κόπο του και πιο πολύ την διάθεσή του να αναστήσει το παρατημένο χωράφι και να το στολίσει με ωραία δέντρα.

Γιατί αυτό έκανε ο Φώτης στου Παπασήφη. Ξεκίνησε από τότε που απελευθερώθηκε από την υποχρέωση της δουλειάς να το ζωντανέψει κι εκεί που οι γονείς του καλλιεργούσαν κάποτε καλαμπόκια και ρεβύθια, αυτός φύτεψε καρποφόρα δέντρα που δίνουν ήδη καρπό και ένα διαφορετικό τόνο στο τοπίο όλης της περιοχής. Η δαμασκηνιά που κατέστρεψε ο κακορίζικος επισκέπτης δεν ήταν στα καινούργια δέντρα που φύτεψε αλλά προήλθε από την ρίζα μιας παλαιότερης που ήταν στο χωράφι και ξεράθηκε.

 Ήταν μια συνηθισμένη δαμασκηνιά με ωραίο μαύρο καρπό και η καινούργια κράτησε όλα τα μητρικά χαρακτηριστικά και όσο μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ την καμάρωνε ο Φώτης μέχρι που την είδε κομμάτια και του μαύρισε η ψυχή. Δεν ήταν ο καρπός που έχασε, αλλά η προσβολή που υπέστη όλο το χωράφι από κάποιον που δεν λογάριασε τίποτα και ο οποίος και αγροφύλακας να υπήρχε στο χωριό πάλι τα ίδια θα έκανε. Γιατί δεν ήταν ο ίσκιος του αγροφύλακα που την προστάτευε αλλά η θέση που είχε ο καθένας και η καθεμιά μέσα στην κοινότητα που πάσχιζε να προχωρήσει χωρίς να αφήνει κανέναν πίσω της…  



ΑΘΗΝΑ,  08082018, Περιοδικό "Κυνήγι - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ".

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΣ




Ήταν ο Δάσκαλος μου, ο συγχωριανός από τον Άγιο Γεώργιο, Θεμιστοκλής Θεοδοσόπουλος  που παρέλαβε την σχολική χρονιά 1966 - 1967 το Μονοθέσιο Σχολείο Μεγάλης Κάψης που αριθμούσε τότε 28 μαθητές και μαθήτριες, από τον αείμνηστο Γιάννη Καραγιάννη. Εγώ τότε πήγαινα στην Τρίτη Τάξη και ήμουν αρκετά καλός μαθητής. Διάβαζα όχι μόνο τα βιβλία του σχολείου και όσα διέθετε η φτωχή σχολική βιβλιοθήκη μας, αλλά και ότι άλλο μου έπεφτε στα χέρια και πιο πολύ μου άρεσαν οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Ειδικά το «Ρομάντσο» και τον «Θησαυρό» που έφερνε η θεία Βιβή Τσιρώνη στη θεία Θεοδώρα Τσιρώνη και τα διάβαζαν, εκτός απ’ αυτή και τα κορίτσια της γειτονιάς. Από τις σελίδες αυτών των περιοδικών γνώρισα τον κόσμο έξω από το χωριό και ξεσήκωνα ιδέες τις οποίες αξιώθηκα μετά να τις ζήσω, όταν μπήκα στη δημοσιογραφία.

Ο Θεμιστοκλής, νέος και με πολύ κέφι για δουλειά τότε, άλλαξε κυριολεκτικά το σχολείο, φέρνοντας καινούργιες ιδέες, μας αντιμετώπισε και μας δίδαξε όλους ισότιμα, πράγμα που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στο χωριό. Πέρα από την εφαρμογή νέων μεθόδων διδασκαλίας που αγαπήσαμε όλοι, οργάνωσε με πολύ ωραίο τρόπο τα συσσίτια (πρωινό και μεσημεριανό) με μαγείρισσα την Αλεξάνδρα Λουκοπούλου στο υπόστεγο μπροστά στο σχολείο και υποχρέωσε τις μανάδες μας να μας φτιάξουν παντόφλες να φοράμε στην ώρα του μαθήματος για να μην είναι μούσκεμα τα πόδια μας και παγωμένα μέσα στις γαλότσες. Ακόμη, στην αυλή του σχολείου, πέτρινο κτίσμα του 1909 από το πρόγραμμα Συγγρού,  φτιάξαμε ένα υποτυπώδες γήπεδο, ένα σκάμμα για τα άλματα και αποκτήσαμε και ένα μονόζυγο ενώ τακτικές ήταν οι εκδρομές σε διάφορα μέρη του χωριού και μια φορά το χρόνο, συνάντηση συνάντηση στη Λελούδα όλων των σχολείων του Ανατολικού Τυμφρηστού, Μεγάλης Κάψης, Μερκάδας, Μαυρίλου και Νεοχωρίου. Επί των ημερών του επίσης το σχολείο μας πήρε μέρος στις Γυμναστικές Επιδείξεις και Αγώνες «Τυμφρήστια» που γίνονταν κάθε Ιούνιο στον Άγιο Γεώργιο ενώ δεν έλειψε και μια εκδρομή στην πρώτη Έκθεση της Λαμίας, το 1967. Ακόμη, αξέχαστη θα μείνει σε όλους μας ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου 1967, η πρώτη που έγινε στο σχολείο με σκηνικά που φτιάξαμε όλοι μας, ήτοι μεγάλες επιφάνειες χαρτιού τις οποίες ζωγραφίσαμε και κρεμάσαμε στους τοίχους.

Είναι πολλά που μπορεί να θυμηθούμε τα χρόνια που Δάσκαλός μας ήταν ο Θεμιστοκλής Θεοδοσόπουλος αλλά εκείνο που έμεινε σε όλους μας ήταν ότι αυτός άνοιξε τους δρόμους της ζωής που ακολουθήσαμε, όπως ο καθένας μπορούσε μετά. Προσωπικά εγώ του οφείλω πολλά και πάντα θα τον θυμάμαι για τον τρόπο που μας δίδασκε και μας περνούσε γνώσεις και τρόπους για να ανοίξουμε φτερά να πετάξουμε πιο πέρα από το χωριό μας.

Τον είδα σήμερα, στην εκκλησία του χωριού όπου μαζευτήκαμε να αποχαιρετήσουμε ένα συγχωριανό μας που έφυγε από τη ζωή, τον αγαπητό Χρήστο Βαρλάμη, τα είπαμε για λίγο και κατόπιν, στον καφέ στο Πάρκο πιάσαμε κουβέντα για το Σχολείο, τα χρόνια που ήταν Δάσκαλός και με την ευκαιρία φωτογραφηθήκαμε μπροστά στο ιστορικό για το χωριό μας κτίριο που στο παραπέντε, πρόλαβαν και το έσωσαν από την κατάρρευση και μένει να μας θυμίζει μια εποχή που μπροστά της το αύριο ανοίγονταν μόνο με ελπίδες.   

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16082018
    

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΝ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ




Είναι πολλές οι ημέρες του χρόνου που η Αθήνα αφήνεται στον… αυτόματο πιλότο, κι έτσι κανένας δεν φέρει ευθύνη για ότι θα γίνει και όλοι κρατάνε την ανάσα τους μέχρι να ξημερώσει η επόμενη εργάσιμη που υποτίθεται, οι υπηρετούντες σε διάφορες κρατικές ή δημοτικές υπηρεσίες θα είναι στη θέση τους να διεκπεραιώσουν την καθημερινότητα! 

Είναι πολλές τέτοιες ημέρες, αλλά καμία δεν μπορεί να ξεπεράσει τον Δεκαπενταύγουστο που όλοι ανεξαιρέτως θέλουν να είναι σε διακοπές σε θάλασσες και βουνά ή να πάνε σε κάποια από τις Παναγίες που είναι γεμάτη η Ελλάδα καθώς σε κανένα χωριό δεν λείπει η εκκλησία της και φυσικά στο πανηγύρι που συνοδεύει αυτή την μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Έτσι αυτή την μέρα, η πόλη αδειάζει κυριολεκτικά και οι μόνοι που κυκλοφορούν είναι οι τουρίστες και αυτοί σε μικρή ακτίνα γύρω από την Ακρόπολη, το Σύνταγμα και το Μοναστηράκι και φυσικά το πλήθος των  αλλοδαπών που ζει στις γειτονιές από τα Πατήσια ως την Ομόνοια και δεν τους νοιάζει καθόλου τι κάνουν και τι γιορτάζουν οι Έλληνες και μάλλον τους αρέσει που έχουν όλη την πόλη στη διάθεσή τους.

Μια μεγάλη επίσης ομάδα ανθρώπων που δεν εγκαταλείπει ποτέ την Αθήνα, ειδικά δε τον Δεκαπενταύγουστο, είναι οι δεκάδες απελπισμένοι της πόλης που έχουν κάψει τα μυαλά τους και έχουν διαλύσει το σώμα τους από τα ναρκωτικά και τις άλλες ουσίες και κυκλοφορούν σαν σκιές του εαυτού τους ανάμεσά μας. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στους δρόμους από το Μεταξουργείο ως την Βάθη και από τον πεζόδρομο της Νομικής Σχολής ως το Πεδίον του Άρεως και μετακινούνται ανάλογα με τα δρομολόγια που κάνουν τα βαποράκια για να εξοικονομήσουν τη δόση τους. Μετά γίνονται ίσκιοι και χάνονται σε διάφορες τρύπες της πόλης και ερειπωμένα σπίτια χωρίς να είναι βέβαιοι πως θα βγουν πάλι έξω γιατί η ζωή τους εξαρτάται από την ποιότητα της δόσης και φυσικά από την κατάσταση της υγείας τους καθώς και από την υγιεινή που μπορεί να έχουν.    

Τον Δεκαπανταύγουστο είναι που αυτός ο κόσμος βγαίνει από τις τρύπες του και περπατάει ελεύθερα στην πόλη αφού κανέναν απ’ όσους υποτίθεται πως θα τους εμπόδιζαν ή και να τους περιέθαλπαν, δεν πρόκειται να συναντήσουν. Είναι μάλιστα και οι μέρες που ούτε καν σκέφτονται να ζητήσουν ψιλά από τους περαστικούς και επίσης, μέρες που καμιά πόρτα απ’ όσες πιθανόν χτυπήσουν δεν θα τους ανοίξει γιατί τα περισσότερα κτίρια είναι σφαλισμένα καθώς οι ένοικοί τους λείπουν σε διακοπές. Έτσι μπορούν να ξεψυχήσουν χωρίς κανένας να τους συμπαρασταθεί στο μαρμάρινο σκαλί της εξώπορτας μιας πολυκατοικίας και να τους βρουν σβησμένους εκεί μετά από ώρες, γιατί κανένας δεν θα νομίζει πως ο άνθρωπος αυτός μπορεί να πεθάνει στο δρόμο μέρα μεσημέρι. Έχουμε συνηθίσει τόσο αυτά τα πράγματα και δεν μας πειράζει που είναι Δεκαπενταύγουστος… 

ΑΘΗΝΑ, 14082018. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37.  

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΤΖΑΚΙ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΠΙΘΑ




Ο κύριος λόγος που διάλεξαν κάποτε οι άνθρωποι να κατοικήσουν στα Ισιώματα, σε μια προσήλια πλαγιά του Αχελώου κοντά στο χωριό Σιβίστα, ήταν ότι ήταν ότι βρίσκονταν κοντά στο νερό αλλά και σε μια απόσταση ασφαλείας από το μεγάλο και απρόοπτο ποτάμι. Εκεί, σε άγνωστη στιγμή της ιστορίας του τόπου, έστησαν το πρώτο καλύβι τους με κλαδιά και πέτρες, έσπειραν τις γενιές που ακολούθησαν και κράτησαν ζωντανό τον τόπο μέχρι τις μέρες μας σχεδόν που έσβησαν χωριά και κοινότητες,  διαλύθηκαν κοπάδια και κολληγιές, γειτονιές και στράτες βουβάθηκαν και έκλεισαν από τα βάτα και τα αγριόδεντρα.

Εκείνοι οι άνθρωποι τον σέβονταν τον τόπο, δεν τον πλήγωναν με νταμάρια κι έτσι οι πέτρες που έπιασαν στα χέρια τους να στήσουν το καλύβι τους, από τη φλούδα της γης της πήραν και πήραν μόνο όσες είχαν ανάγκη και τις έβαλαν τη μια πάνω στην άλλη προσεκτικά και με τέχνη για να υψώσουν τους τοίχους και στη σκεπή, πάλι φλούδες από πέτρες έβαλαν γιατί το χώμα της γης τους ήταν γεμάτο χαλίκια και δεν μπορούσαν να ζυμώσουν κεραμίδια. Κάποιους τοίχους του έφτιαξαν με κλαριά, τα έπλεξαν γύρω από μεγάλα παλούκια και τα άλειψαν με λάσπη για να κρατήσουν έξω το κρύο και τη ζέστη. Στο πάτωμα κράτησαν το χώμα και σε μια άκρη, έστρωσαν σανίδια και έφτιαξαν τα κρεβάτια τους όπου δίπλα ο ένας στον άλλο άφηναν το κορμί τους και το μυαλό τους να το αλαφρώσει ο ύπνος.

Δεν ήταν όμως μόνο το κρεβάτι που μάζευε τη φαμελιά μετά τον κάματο και τις δυσκολίες της μέρας στο σπίτι· οι δουλειές του χωραφιού και του κοπαδιού πολλές φορές τους ανάγκαζαν να κοιμηθούν στο ύπαιθρο, σε κάποια εσοχή των βράχων ή να ξημερώσουν σε μια κουφάλα από δέντρο. Η βαριά αλλά αδιάβροχη κάπα που κουβαλούσαν όλοι στην πλάτη, ήταν η κουβέρτα και το μαξιλάρι τους μαζί όλο το χρόνο και σε κάθε περίπτωση.
Στο καλύβι μαζεύονταν κάθε μέρα όλοι μπροστά από το τζάκι και με το νου τους 
στραμμένο στη γάστρα που έψηνε στη θράκα του τη μπομπότα και ότι πίττες έφτιαχνε με τα μέσα που διέθετε η κάθε νοικοκυρά ή στην κατσαρόλα που έβραζε αυτά που έβγαζε ο κήπος, το χωράφι και το κοπάδι γιατί εκεί μετριόνταν η προκοπή κάθε σπιτιού και στο χαμηλό τραπέζι μοιράζονταν ίσια σε όλους. Στο ίδιο τζάκι πάλι μπροστά μαζεύονταν το χειμώνα να ζεστάνουν το κορμί τους και στο αχνό φως από τα κλαριά συζήταγαν τα καθέκαστα της ημέρας, έλεγαν ιστορίες από τα παλιά και οι γυναίκες πάλευαν με τα εργόχειρά τους.  

Όταν έφυγαν οι άνθρωποι από τα Ισιώματα αλλά και από κάθε σπίτι και καλύβι στην Ευρυτανία πολλοί δεν χρειάστηκε καν να τα κλειδώσουν καθώς ότι τα αναγκαία τα πήραν μαζί τους και τίποτα απ’ ότι άφησαν δεν είχε καμιά αξία. Ούτε και κανένας έμεινε πίσω είχε διάθεση να το ψάξει εκτός αν αυτός είχε κανένα κοπαδάκι γιδοπρόβατα που  ήθελε να το στεγάσει εκεί γιατί τον βόλευε κι έτσι του έδινε μια ολιγόχρονη παράταση ζωής μέχρι που κι αυτός τα παρατούσε κι έφευγε για να μην ξαναγυρίσει πια ποτέ στον τόπο.
Σε αντίθετη περίπτωση, αναλάμβανε ο καιρός και καθώς δεν ήταν κανένας εκεί να το υποστηρίξει, το μαδούσε σιγά – σιγά με τους αέρηδες και η βροχή που εύρισκε παντού τρύπες να μπει μέσα δεν αργούσε να το διαλύσει. Το μόνο στοιχείο του που μπορούσε να αντισταθεί ήταν ο τοίχος με το τζάκι αλλά και αυτό δεν θα άντεχε πολύ. Λίγο η βροχή, λίγο η παγωνιά το υπονόμευαν και σιγά – σιγά το άφησαν να στέκει όρθιο σαν σκηνικό από μια άλλη εποχή που σε λίγο κανένας δεν θα θυμάται ή σαν οικογενειακό εικόνισμα στην άκρη του παρατημένου χωραφιού που μπορεί κανένας περαστικός να ανάψει κι ένα κεράκι στη μνήμη όλων των ψυχών που στην παραστιά του προσκύνησαν.

Το τζάκι είναι το μόνο στοιχείο στο παρατημένο σπίτι στα Ισιώματα που για λίγα χρόνια ακόμη θα θυμίζει πως κάποτε εκεί υπήρχε ένα ζωντανό σπίτι· εκεί στην ερημιά του Αχελώου  ως ένα μνημείο μιας άλλης ζωής που κανένας δεν αποκλείει να επιστρέψει κι αυτό πάλι να παίξει τον μόνο ρόλο που ξέρει: να μαζεύει μπροστά του την οικογένεια που τους δεσμούς της δυνάμωνε ο κοινός αγώνας για μια λειψή σοδειά από το φτενοχώραφο και μια στάλα γάλα από το κοπαδάκι που βοσκούσε στους πουρναρότοπους.  

ΥΓ. Την φωτογραφία τράβηξε η Αγλαϊα Σκεπετάρη που με τον φακό της καταγράφει με αγάπη και προσοχή όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία του τόπου της.

ΑΘΗΝΑ, 14082018, Περιοδικό "Δημοκρατία - Κυνήγι", 07082018

ΜΙΑ ΣΥΚΙΑ ΞΑΝΑΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ


Στις πόλεις συνήθως αποφεύγεται να φυτεύουν οπωροφόρα δέντρα γιατί θα ήταν πολλοί εκείνοι που θα ήθελαν να κόψουν τους καρπούς για λογαριασμό τους και προς αποφυγή παρεξηγήσεων κάτω από το δέντρο, ενδεχομένως και εντάσεων μεταξύ των διεκδικητών, οι αρμόδιοι περί το πράσινο περιορίζονται σε διάφορα καλλωπιστικά τα οποία έχουν και λιγότερες απαιτήσεις και έτσι έχουν και το κεφάλι τους ήσυχο από πιθανούς καυγάδες.  

Ένα καρποφόρο δέντρο όμως που ξεφεύγει της προσοχής των γεωπόνων, εξαιτίας του τρόπου που πολλαπλασιάζεται είναι οι συκιές για την σπορά των οποίων ευθύνονται τα πουλιά και φυτρώνει όπου αδειάσουν την κοιλιά τους. Γι’ αυτό και βλέπουμε συκιές στα πιο απίθανα μέρη, μέσα σε τοίχους, στα πεζοδρόμια και συχνά και μέσα σε οικόπεδα που κάποτε φιλοξενούσαν σπίτια και μέχρι στιγμής δεν αξιοποιήθηκαν με την ανέγερση πολυώροφου κτιρίου. Οι τελευταίες συχνά είναι και αρκετά μεγάλες και τούτο γιατί στην αυλή εκείνου του σπιτιού από τα οποία ήταν γεμάτες οι παλιές γειτονιές της Αθήνας, σε μια γωνία ο νοικοκύρης είχε φυτέψει μια συκιά και συχνά την συντρόφευε και μια λεμονιά.

Η λιτοδίαιτη και ανθεκτική στις ξηρασίες συκιά είναι ιθαγενές δέντρο της Αττικής και η ιστορία με τον συκοφάντη –που δεν έχει καμιά σχέση με την σημερινή έννοια της λέξης- δείχνει την εκτίμηση που είχαν πάντα οι Αθηναίοι σε αυτό το ευλογημένο δέντρο. Γι’ αυτό και φύτευαν -τότε που τα σπίτια είχαν αυλές- και μια συκιά στην άκρη για να ευχαριστιούνται τον ίσκιο της αλλά και να απολαμβάνουν τους υπέροχους καρπούς της, νωπούς συνήθως γιατί εκτός από την οικογένεια φίλευαν και τους γείτονες και τους φίλους. 

Μια τέτοια μεγάλη συκιά ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια στην αυλή ενός παρατημένου σπιτιού στην οδό Πλαπούτα, στα Εξάρχεια και καθώς δεν υπήρχε αυλόπορτα, όταν ωρίμαζαν τα σύκα –βασιλικά μάλιστα– έμπαινε και μάζευε όσα έφτανε. Η έλλειψη αυλόπορτας δελέαζε όμως και πολλούς άλλους να επισκέπτονται το ερείπιο για διάφορους λόγους που σχετίζονται με την παρανομία και πιθανόν κάποιος απ’ αυτούς, ξέχασε κάποια φλόγα αναμμένη και το σπίτι έγινε παρανάλωμα. Θύμα της φωτιάς ήταν και η μεγάλη συκιά η οποία έγινε κάρβουνο χωρίς κανένας φυσικά να στεναχωρηθεί γι’ αυτή εκτός από τους λίγους που την ήξεραν και την επισκέπτονταν κάθε καλοκαίρι για τα σύκα της.

Η συκιά όμως μπορεί να καίγεται αλλά οι ρίζες της παραμένουν ζωντανές κι την επόμενη άνοιξη βγάζουν καινούργιο δέντρο με όλες τις ιδιότητες του μητρικού κι έτσι έγινε και με αυτή της οδού Πλαπούτα. Πέταξε βλαστάρια και ήδη έχει αρχίσει να βγάζει τα πρώτα σύκα της και όσοι έχουν το θάρρος μπορούν να παραμερίσουν την πρόχειρη περίφραξη και να τα δοκιμάσουν. Τους πληροφορώ πως είναι ίδια και ίσως καλύτερα από της παλιάς συκιάς!

ΑΘΗΝΑ, 13082018. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΟΜΑΝΤΡΙ ΤΟΥ ΠΟΔΟΝΙΦΤΗ



Μελίσια στην Αττική ασφαλώς και υπήρχαν, χιλιάδες χρόνια πριν οι αρχαίοι πρόγονοί μας μαζευτούν γύρω από τον ιερό βράχο της Ακροπόλης και συμπήξουν το άστυ και δημιουργήσουν άλλα πολλά σπουδαία πράγματα, ορισμένα από τα οποία επιζούν ως τις ημέρες μας και χάρη σε αυτά θεωρούμε πως είμαστε και ξεχωριστοί στον κόσμο.

Η χλωρίδα και το κλίμα της Αττικής επίσης ευνοούσαν τα μέγιστα και την μελλισοκομία και το μέλι της, ειδικά το θυμαρίσιο του Υμηττού ήταν ξακουστό σε όλο τον κόσμο. Έτσι μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες το ύπαιθρο και τα βουνά της Αττικής ήταν γεμάτα μελίσσια και οι μελισσοκόμοι της ευημερούσαν. Σιγά – σιγά όμως όλες οι εξοχές έγιναν οικόπεδα, τα δάση έπαψαν να είναι αποδοτικά ενώ ή ρύπανση που επηρεάζει αρκετά κάθε κομμάτι του ωραίου αυτού κομματιού της Ελλάδας οδήγησαν σε μαρασμό της τέχνη της μελισσοκομίας και οι περισσότεροι μελισσοκόμοι πήραν τα μελίσσια τους και τα πήγαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπου οι μέλισσες μπορούν να βρίσκουν περισσότερη και καθαρή τροφή.

Έτσι είναι πλέον σπάνιο φαινόμενο να δούμε μέλισσα στην πόλη, σε κάποιο πάρκο πιθανό ή ακόμη και στα λουλούδια της βεράντας μας γιατί από ένστικτο αυτά τα πλάσματα που μπορεί να κάνουν δεκάδες χιλιόμετρα κάθε μέρα προς αναζήτηση τροφής, αποφεύγουν την πόλη γιατί ξέρουν πως δεν έχει κανένα χυμό να τους προσφέρει. Από ένστικτο πάλι ή εμπειρία μπορούμε να πούμε, γιατί οι μέλισσες είναι πλάσματα κατ’ εξοχήν επικοινωνιακά, αποφεύγουν να πετάξουν πάνω από την πόλη γιατί τα αέρια και οι ρύποι την ενοχλούν.

Τούτα όμως δεν φαίνεται πως απασχολούν τον άγνωστο (σε μένα τουλάχιστον κι ας έχω προσπαθήσει αρκετά να τον πετύχω στο μελισομάντρι του) μελισσοκόμο ο οποίος έχει βάλει δίπλα από την τσιμεντένια κοίτη του Ποδονίφτη, εκεί που τελειώνει η Αχαρνών μερικά μελίσσια τα οποία παράγουν κάποια ποσότητα μελιού.  Ο άγνωστος μελισσοκόμος φαίνεται πως γνωρίζει από μελίσσια γιατί το σημείο που τα τοποθέτησε θεωρείται ιδανικό καθώς τα ρεύματα του αέρα που κινούνται πάνω από τον Ποδονίφτη διατηρούν το περιβάλλον καθαρό και βοηθάνε τις μέλισσες στις πτήσεις τους ενώ εκεί, ακόμη το νερό δεν είναι ακόμη πολύ βρώμικα κι απ’ αυτό ποτίζονται. Εκτός αυτού, δίπλα στο ρέμα και όπου δεν είναι καλυμμένη η γη με τσιμέντο φυτρώνουν πάμπολλα είδη φυτών και από τα άνθη τους και του καρπούς τους οι μέλισσες συλλέγουν όλο το χρόνο χυμούς. Το σημείο αυτό επίσης είναι και ασφαλές γιατί λόγω της στενότητάς του δεν διεκδικείται από κανέναν για θέση παρκαρίσματος κι έτσι οι κυψέλες δεν δέχονται οχλήσεις σχεδόν από τίποτα.  
 
Αυτός ο μελισσοκόμος πρέπει να είναι και ο τελευταίος στην Αθήνα που διατηρεί μελίσσια μέσα στον οικιστικό ιστό της  και πέραν από το μέλι που μαζεύει απ’ αυτά, ο ίδιος με τον τρόπο του τιμά την αρχαία τέχνη της μελισσοκομίας και έστω με αυτό τον τρόπο, υπενθυμίζει πως σ’ αυτόν τον Τόπο, κάποτε ήταν κι άλλα πλάσματα που αντί να τον μοιραστούμε μαζί τους, τα διώξαμε για να έχουμε εμείς περισσότερο χώρο και αέρα…

ΑΘΗΝΑ, 0708218. Εφημερίδα "¨Φιλελεύθερος", σελ. 37