Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ «ΕΞΟΔΟΣ» ΤΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ



Πεταμένα στις γωνίες των δρόμων και των πάρκων· με σκισμένα και λεκιασμένα από λογής ανθρώπινα εκκρίματα καλύμματά τους· βρώμικα από την πολυκαιρία και τρισάθλια από τις επισκέψεις των αδέσποτων ζώων· τα παλιά στρώματα σε κοινή θέα αποτρέπουν τη σκέψη πως πάνω τους άπλωναν κάθε μέρα τα κορμιά τους άνθρωποι και στο σώμα τους εγκολπώνονταν συχνά - πυκνά οι δονήσεις των ηδονών και του πόνου τα ρίγη. 


Αν μάλιστα είναι διπλά και ενισχυμένα, τότε χρειάζονται συνήθως δυο άνθρωποι να τα μεταφέρουν σαν πτώματα από τις σκάλες ως το πεζοδρόμιο και οι επιχειρήσεις αυτές γίνονται πάντα νύχτα - από ντροπή στους γείτονες καθώς μοιάζει σαν να βγάζουν τα μυστικά της κρεβατοκάμαρας τους στην αυλή ή ακόμα σαν να πετάνε κάποιο δικό τους χωρίς οίκτο στο δρόμο. Πάντα νύχτα και οι δράστες της έξωσης των παλιών στρωμάτων περπατούν στα νύχια προσπαθώντας να κάνουν όσο λιγότερο θόρυβο μπορούν και μόλις τα απιθώσουν, όπου βρουν χώρο, δυο – τρία τετράγωνα συνήθως μακρύτερα από το σπίτι τους, χωρίς να στρέψουν ούτε ένα βλέμμα πίσω τους το βάζουν αμέσως στα πόδια και χάνονται λυτρωμένοι στην πρώτη γωνία του δρόμου. Την επομένη ημέρα το πρωί μπορεί να περάσουν από δίπλα τους αλλά κάνουν σαν να μην τα ξέρουν και ας έχουν ζήσει επάνω τους την μισή ζωή τους για ολόκληρες δεκαετίες. Τα προσπερνούν με τη βεβαιότητα πως κανένας εκτός από τους στενούς οικείους τους δεν γνωρίζει την προέλευσή τους κι έτσι ακόμα και να εμποδίζουν την κυκλοφορία πεζών ή οχημάτων, κανένας δεν πρόκειται να βρεθεί υπόλογος γι’ αυτή την αταξία στην πόλη. Κανένας μέχρι που να έρθει το αυτοκίνητο του Δήμου και τα πάρει μαζί με τα άλλα βαριά αντικείμενα για να τα πάει στη χωματερή. 

Όπως έγινε απόψε στη Νεάπολη και την Ιπποκράτους που πέρασε το εν λόγω φορτηγό και μαζί με άλλα μεγάλα αντικείμενα που μπορεί ενδεχομένως να επαναχρησιμοποιηθούν ή να παίξουν ακόμη ένα άλλο ρόλο σε κάποιο σπιτικό, όπως για παράδειγμα τα πορτοπαράθυρα και τα έπιπλα, για τα στρώματα θα είναι το τελευταίο ταξίδι αφού κανένας δεν πρόκειται να βρεθεί να τα φορτώσει και με άλλες, του ύπνου του και του ξύπνιου του μνήμες… 

ΑΘΗΝΑ, 18122009

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

…Κι εκεί που νομίζαμε πως η προφητεία για το τέλος του κόσμου των Μάγια ήρθε μια μέρα νωρίτερα και θα γινόταν δια του κατακλυσμού, φύσηξε ο Αίολος πάνω από την Αθήνα, πήρε μακριά τα βαριά σύννεφα και όλοι ξαναβρήκαμε το ρυθμό μας. Όσο για τις ομπρέλες, πάλι φάνηκαν χρήσιμες γιατί ο ήλιος της Αττικής φαίνεται πως μαυρίζει τις όμορφες και το χειμώνα!!! (Η φωτογραφία 18/12/2012 στο Μοναστηράκι).

Δεν με κατείχε, ομολογώ, σήμερα ο ενθουσιασμός των προηγούμενων χρόνων για την καθιερωμένη βόλτα στην «εορταστική» Αθήνα και βγήκα λίγο αργά το μεσημέρι· ώρα που οι περισσότερες ωραίες στιγμές της πόλης είχαν ήδη τσαλαπατηθεί από το πλήθος που αφού επί ώρες περπάτησε σπρώχνοντας  ο ένας τον άλλον στο λεγόμενο «εμπορικό κέντρο» χαζεύοντας και κοιτάζοντας τις βιτρίνες, άρχισε να μπαίνει στην ουρά μπροστά στα σουβλατζίδικα ενώ κάποιοι, πιο άνετοι στην τσέπη και στο ύφος, δρασκέλισαν και την πόρτα των μαγαζιών στου Ψυρρή– όπως γίνονταν και στα χρόνια της ευμάρειας.

Για να μην αδικώ όμως την ημέρα καταγγέλλοντάς την ότι δεν είχε εικόνες, εξομολογούμαι: τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αρκετά και η ματιά μου απέναντι στα πράγματα και δεν με ενθουσιάζουν όπως άλλοτε τα «ανθρώπινα» ή τα «εορταστικά» στιγμιότυπα της πόλης γιατί προφανώς δεν μου λένε τίποτα. Είναι τόσο αναμενόμενα ώστε δεν μου προκαλούν καμιά έκπληξη ενώ πάλι με τρομάζει η συμπεριφορά του πλήθους που ποδοπατεί όποιον τολμήσει να κάνει κάτι διαφορετικό ή στην χειρότερη περίπτωση, τον υποχρεώνει να χορέψει μόνο στο νταούλι που ακούνε όλοι. Έτσι σήμερα περπάτησα λίγο την πόλη, προς το Μοναστηράκι, χωρίς φωτογραφική μηχανή και με τα χέρια στις τσέπες και το ευχαριστήθηκα που γύρισα σπίτι χωρίς εικόνες από την «εορταστική» Αθήνα – όπως τότε που δεν κυνηγούσαμε το γεγονός να το καταγράψουμε αλλά για να το ζήσουμε.


Για να μην μείνει όμως στεγνή από φωτογραφία τούτη η ανάρτηση, επιστρατεύω μια από το 2012 που μου θύμισε το Facebook, που σαν σήμερα μια καταιγίδα έγδαρε την πόλη και όσοι μούσκεψαν απλώθηκαν στον ήλιο να στεγνώσουν κι αυτό ήταν το θέμα της ημέρας… 

ΑΘΗΝΑ, 18122016 

ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΥΒΑΛΑ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ



Έλεγαν παλιότερα στα χωριά της Ορεινής Πατρίδας ότι οπουδήποτε αλλού, ότι εκτός από τον τυραννισμένο τόπο τους, η ζωή οπωσδήποτε θα ήταν καλύτερη. Το έλεγαν οι μεγαλύτεροι και ελάφραινε την πλάτη όλων. Το άκουγαν οι νεότεροι και σχεδίαζαν ταξίδια στον ακριβό κάμπο πρώτα, στις μακρινές πολιτείες και στις άγνωστες θάλασσες κατόπιν. 

Με αυτή την ιδέα μεγάλωσαν τόσα και τόσα παιδιά στα χωριά – και για τους περισσότερους έφτασε κάποια στιγμή να ζήσουν αυτό το όνειρο. Όπου και να πήγαν, ασφαλώς δεν έζησαν όπως στον τόπο τους˙ βρήκαν δουλειές, πρόκοψαν, καθένας έγραψε την προσωπική του ιστορία μακριά από τη γενέτειρα. Περνώντας όμως τα χρόνια, όλοι έπαψαν να μιλούν για τόπους της επαγγελίας…

Στα καλοκαιρινά ανταμώματα, γίνονται κάποιες αποτιμήσεις, περισσότερο για να περνά η ώρα κάτω από τον πλάτανο, παρά για να αναζητηθούν η ουσία και τα αποτελέσματα αυτής της άδηλης προσφυγιάς που διαρκώς ωθεί στην επιστροφή. Όσοι έμειναν, τους ακούνε, αναζητούν και αυτοί τις αιτίες που δεν πραγματοποίησαν τα όνειρα της νιότης τους, παρά έμειναν να φυλάνε τον πατρογονικό τόπο και κουβαλούν ένα παράπονο, καθώς γι’ αυτούς έκλεισαν όλες οι στράτες.

Δεν μιλούν – καθένας ζυγίζει το βουνό που κουβαλά όλον τον χρόνο στην πλάτη του… 

ΟΡΕΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ, 30012004

ΥΓ.Σελίδα από το βιβλίο μου «Ορεινή Πατρίδα – στον Άσπρο, στην Πίνδο» που κυκλοφόρησε από τη Διευρυμένη Κοινότητα Νεράϊδας Τρικάλων το 2007.

MOnuMENTA‎10 ΧΡΟΝΙΑ MONUMENTA 2006-2016



Οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες θα ανοίξουν τη γιορτή για τα 10 χρόνια δράσης της ΜΟnuMENTA (2006 – 2016), η οποία θα είναι γεμάτη αναμνήσεις, κρασί και εδέσματα σήμερα το απόγευμα  στα γραφεία της, Παλλάδος 21, Πλατεία Ηρώων Ψυρρή.

Στις 5:30 μ.μ., θα πραγματοποιηθεί χριστουγεννιάτικη συναυλία από το Duo Capriccioso. Οι πιο αγαπημένες μελωδίες των Χριστουγέννων ζωντανεύουν με φλάουτο και κιθάρα. Κλασικό και παραδοσιακό ρεπερτόριο συναντιούνται σε μια κοινή γιορτή: από το βαλς του Καρυοθραύστη στον Händel, τον Mendelsshohn και τον Schubert και από τα παραδοσιακά κάλαντα της Βρετανίας και της Γαλλίας ως την Ισπανία, το Duo Capriccioso δίνει ξεχωριστή ατμόσφαιρα αυτές τις γιορτές με τον γλυκό ήχο του φλάουτου και της κιθάρας. 

ΑΘΗΝΑ, 18122016

ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ «ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΝΤΑΚΗΣ»

Ελευθερία Μαμαλάκη, Φωτεινή Λεντάκη, Μυρτώ Γουδίνου, Ιωάννα Δαρβίρα,
 Ζωή Περδικάρη στο παζάρι του Ιδρύματος Πολιτισμού «Ανδρέας Λεντάκης»

Από τα καλύτερα χριστουγεννιάτικα παζάρια είναι αυτό που διοργανώνει κάθε χρόνο το Ίδρυμα Πολιτισμού «Ανδρέας Λεντάκης» (Αγίων Ασωμάτων 45, τηλ:. 2103226054 και 2103226075) γιατί συνδυάζει με εξαιρετικό τρόπο τα δώρα του πολιτισμού με άλλα εξίσου όμορφα και ζεστά πράγματα. Από εξοπλισμό για το σπίτι, την κουζίνα, το σαλόνι, πάσης φύσης δώρα και πολύ ιδιαίτερα χριστουγεννιάτικα, ρούχα που αρέσουν και συμφέρουν, σπιτικά χειροποίητα γλυκά, ποτά, λικέρ, κρασιά, μελομακάρονα και κουραμπιέδες σε μεγάλη ποικιλία από το «Γευστικό Οδοιπορικό», δοκιμασμένα και άριστα, μέχρι πρωτότυπα και μοναδικά κοσμήματα, μια γκάμα βιβλίων για όλα τα γούστα, θαυμάσιοι πίνακες, όλα σε απρόβλεπτες (προς τα κάτω) τιμές!

Η Ζωή Περδικάρη με ιδιαίτερες δημιουργίες από χαρτί και πηλό. 
Ο Αντώνης Τζιάνος με το «Γευστικό Οδοιπορικό» από τη Μεσσηνία. 

Η Φωτεινή Λεντάκη  με τα δώρα του ιδρύματος. 
Η Φωτεινή Λεντάκη και η Ιωάννα Δαρβίρα με τα δώρα του ιδρύματος. 

Η Ελευθερία Μαμαλάκη δημιουργεί κοσμήματα με χάντρες πλεγμένες με βελονάκι. 
Η Μυρτώ Γουδίνου με σαπούνια από μαλλί και άλλα ωραία πράγματα

Πίνακες και εικαστικές δημιουργίες της Ευαγγελίας Μήτσου 
Η Δήμητρα Τοπίζη ανανεώνει υπέροχα κάποια πράγματα και δημιουργεί καινούργια. 
Το παζάρι σήμερα θα λειτουργήσει από τις 11 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα. 

ΑΘΗΝΑ, 18122016

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

ΔΕΝΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΣΤΟΛΙΣΜΑ Α (*)


Τούτο το άγριο κυπαρίσσι στα νησιά του Αιγαίου το λένε φίδα· άγνωστο γιατί. Έχουν ακουστεί δε πολλές προσεγγίσεις πάνω στην προέλευση του ονόματός του αλλά για καμία δεν μπορώ να πω ότι είναι η σωστή και υποστηρίζω, πως το πολύτιμο αυτό δέντρο το λένε έτσι γιατί ο κορμός του κάθε χρόνο γυμνώνεται από τη φλούδα του όπως και των φιδιών! 
Όντως, κάθε χρόνο μετά την άνοιξη που το δέντρο πλημμυρίζει χυμούς η επιφάνεια του κορμού του σκίζεται και σιγά – σιγά από κάτω δημιουργείται καινούργιο δέρμα. Φαίνεται πως αυτό το πράγμα αποτελεί μια απαραίτητη λειτουργία με την οποία το δέντρο προστατεύει τον εαυτό του από τις πιέσεις που δημιουργεί στους ιστούς του η ζέστη του καλοκαιριού και με αυτό τον τρόπο δροσίζεται. Ένας λόγος πάλι που το κάνει αυτό και διαπιστώνεται μόνο με την προσεκτική και σε βάθος χρόνου παρατήρησή του, είναι ότι απλά μεγαλώνει και μοιάζει να μην το χωράνε πια τα ρούχα του και τα …αλλάζει! 

Όπως και να’ χει, οι φίδες κατά μόνας ή κατά συστάδες είναι οι τελευταίοι εκπρόσωποι των δασών που κάλυπταν κάποτε τις Κυκλάδες και το είδος τους έχει προσφέρει μέσα χιλιετίες που πέρασαν τεράστιες υπηρεσίες στον άνθρωπο καθώς το ιδιαίτερα ανθεκτικό ξύλο το χρησιμοποίησε κυρίως για να στηρίζει τη στέγη του σπιτιού του και να φτιάχνει πλεούμενα. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι μεγάλες φίδες είναι πλέον περιορισμένες μόνο στα απόκρημνα μέρη των νησιών και στα βουνά τους. Μια άλλη χρησιμότητα, όπως της φίδας που βλέπεται στη φωτογραφία ήταν να μπαίνει ως ζωντανό σύνορο ανάμεσα στα κτήματα στα παρατημένα κτήματα πάνω από το Σταυρό της Δονούσας και βέβαια να χαρίζει τη σκιά της στον αγρότη σαν ήθελε να ξαποστάσει και να είναι το καταφύγιο του κοπαδιού το μεσημέρι που ο ήλιος πυρπολεί τον κόσμο του Αιγαίου. 

Το πόσο χρονών τώρα μπορεί να είναι μια μεγάλη φίδα, είναι σχεδόν αδύνατο υπολογιστεί. Μόνο αν διαβάσουμε τους πυκνούς εγκάρσιους κύκλους ενός κομμένου κορμού θα γνωρίσουμε την ηλικία της και κατά προσέγγιση θα υπολογίσουμε και κάποιων άλλων ανάλογων στο μέγεθος. Σε γενικές γραμμές πάντως η ανάπτυξη της φίδας είναι απελπιστικά αργή και μια σαν αυτή της φωτογραφίας δεν αποκλείεται να είναι και 200 και 300 ετών και είναι άδικο πλέον να ξυλεύονται για οποιοδήποτε λόγο αυτά τα δέντρα που αποτελούν τα ζωντανά μνημεία του Αρχιπελάγους. 

Με την εγκατάλειψη όμως των καλλιεργειών και την απαξίωση της κτηνοτροφίας στο Αιγαίο, οι φίδες που ήταν ταπεινωμένες από τα κοπάδια ως το ύψος του θάμνου άρχισαν σιγά – σιγά να ψηλώνουν και αν δεν αρπάξει καμιά φωτιά στο χώρο τους μπορεί σε δυο – τρεις δεκαετίες να ξαναγίνουν δάσος όπως παλιά και να πρασινίσουν πάλι τα νησιά…


ΑΘΗΝΑ, 15122016

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΛΟΥΚΑΝΙΚΑ "ΤΣΩΝΟΣ" ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ

O Πάνος Τσώνος με τον γιο του Γιώργο στο κρεοπωλείο. 

Ήταν και είναι δεμένα τα Χριστούγεννα και όλο το εορταστικό Δωδεκαήμερο με τα κρέατα, ειδικά τα χοιρινά από ζώα που έτρεφαν προς τούτο όλο το χρόνο οι νοικοκυραίοι σε κάθε γωνιά της Ελλάδας κι έτσι ξεχώριζαν οι γιορτινές μέρες στο τραπέζι τους. Μέχρι να φτάσει όμως εκεί το κρέας ή ότι έφτιαχναν με αυτό και επειδή δεν τα κατάφερναν όλοι στο σφάξιμο, έπρεπε να περάσει από την αυλή τους ο χασάπης του χωριού με το μαχαίρι του…

O Πάνος Τσώνος
O Πάνος Γ. Τσώνος (1944) γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Τυμφρηστού, ένα χωριό πάνω από τον Σπερχειό ποταμό που εκείνα τα χρόνια απλώνονταν συνέχεια χάρη στην εγκατάσταση σε αυτό των οικογενειών που ζούσαν στις διάσπαρτες τοποθεσίες της μεσημβρινής πλαγιάς στα ριζά του Τυμφρηστού και μεγάλωσε ανάμεσα στο χωριό και στο Καβρόρεμα όπου ήταν τα πατρογονικά κτήματα κι εκεί ήταν που επέλεξε πως στη ζωή του θα γίνονταν χασάπης. Χασάπης ήταν και ο παππούς του, Παναγιώτης, χασάπης και ο πατέρας του Γιώργος, χασάπης συνέχισε και ο γιoς του Γιώργος που διατηρεί σήμερα σύγχρονο μαγαζί στον Άγιο Γεώργιο ο οποίος μάλιστα έχει και μια καλή επιχείρηση που παρασκευάζει λουκάνικα.

O Πάνος Τσώνος σφάζει τα χοιρινά των συγχωριανών του

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, όπως μας τα διηγήθηκε ο Πάνος Τσώνος ο οποίος από τότε που πήγαινε στο Δημοτικό Σχολείο, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50 που όλη η Ελλάδα προσπαθούσε να συνέλθει από μια δεκαετία πολέμου, ήθελε να πιάσει το μαχαίρι αλλά δεν τα κατάφερνε να ρίξει κάτω το ζώο. Τότε έμπαινε στη μέση ο παππούς του κι έτσι και με τις συμβουλές του ξεκίνησε να γίνει χασάπης σφάζοντας αρνιά και μάλιστα με το αριστερό χέρι, πράγμα που διατήρησε ως την ημέρα που το παρέδωσε στο γιο του Γιώργο.

Έτσι ξεκίνησε ο Πάνος και γρήγορα εξελίχθηκε σε πρώτης τάξεως χασάπη ο οποίος εκτός από το ζώα που έσφαζε για το χασάπικο και την ταβέρνα του πατέρα του, τις ημέρες των Χριστουγέννων έσφαζε τα περισσότερα από τα γουρούνια που έθρεφαν οι χωριανοί για τις γιορτές. Η σφαγή γινόταν πάντα στην αυλή του σπιτιού που είχε το γουρούνι και βοηθούσαν και οι νοικοκυραίοι στο πιάσιμο του ζώου που συνήθως έσκουζε δαιμονισμένα και στο κρέμασμά του στα κλαριά του κοντινού δέντρου ή από κανένα πάτερο της παράγκας. Ο Πάνος το έγδερνε αμέσως, το τεμάχιζε και από εκεί και πέρα αναλάμβαναν οι άντρες και οι γυναίκες του σπιτιού να τον επεξεργαστούν και να φτιάξουν από λίπος, λουκάνικα μέχρι πατσά γιατί τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το ευλογημένο αυτό ζωντανό που έθρεφε κάθε σπίτι με ότι παρήγαγε κυρίως το χωράφι τους και ο κήπος τους.
Λιγότερη από μια ώρα αφιέρωνε ο Πάνος σε κάθε γουρούνι και αμέσως έφευγε για το επόμενο σπίτι που τον περίμεναν να σφάξει τον οικόσιτο χοίρο τους. Έτσι κατάφερνε και έβγαζε μέσα στην ημέρα εφτά – οχτώ γουρούνια και τα περισσότερα τα έσφαζε την παραμονή αλλά και την ίδια την ημέρα των Χριστουγέννων που πολλοί νοικοκυραίοι προτιμούσαν γιατί νήστευαν και δεν ήθελαν να μπουν σε πειρασμό με τα πρώτα κοψίδια. 

Η αμοιβή του νεαρού και ιδιαίτερα σβέλτου χασάπη εκείνα τα χρόνια ήταν το δέρμα του γουρουνιού τα Χριστούγεννα και των αρνοκάτσικων το Πάσχα. Τότε τα μάζευε ο έμπορος Κομματάς στην Σπερχειάδα και ήταν ένα καλό μεροκάματο για τους χασάπηδες.
Μαχαίρια ο Πάνος, αλλά και όλοι οι Τσωναίοι και όλοι οι χασάπηδες της περιοχής προμηθεύονταν από τον Παντελή Λαγό, σιδερά που έγραψε ιστορία στα Διπόταμα, λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Γεώργιο και την τέχνη συνέχισαν τα παιδιά του Κώστας και Βασίλης οι οποίοι λόγω ηλικίας δεν μπορούν πλέον να κάνουν πολλά πράγματα.

Ο Πάνος συνέχισε να σφάζει τα ζωντανά του χωριού όπου βολεύονταν αυτός ή οι νοικοκυραίοι μέχρι που οι υγειονομικοί κανονισμοί υποχρέωσαν όλους τους χασάπηδες να τα πηγαίνουν πρώτα στα σφαγεία του χωριού και τελευταία στα σύγχρονα σφαγεία της Σπερχειάδας. «Σαν πρωτοπήγα εκεί», λέει, «ήρθαν όλοι οι χασάπηδες γύρω μου και με κοίταγαν πόσο γρήγορα  έγδερνα τα ζωντανά και μάλιστα με το αριστερό χέρι. Δεν το πίστευαν και απ’ όλους άκουγα καλά λόγια. Πήγαινα μέχρι πριν από λίγα χρόνια κι έσφαζα, τώρα πάει ο Γιώργος που κράτησε το μαγαζί. Που και που σφάζω κι εγώ κανένα έτσι για να θεωρούμαι μάχιμος!». 


O Πάνος Τσώνος σφάζει τα χοιρινά των συγχωριανών του
Πέρα από το σφάξιμο των χοιρινών και των αρνοκάτσικων του χωριού ο Πάνος Τσώνος από πολύ νέος ανέλαβε και το χασάπικο που είχε ξεκινήσει προπολεμικά ο παππούς του στο χωριό και την ταβέρνα όπου εκτός από ψητά κρέατα ο περαστικός από τον Άγιο Γεώργιο – ήταν σταθμός τότε ο Άγιος Γεώργιος για όλα τα διερχόμενα αυτοκίνητα από και προς τη Δυτική Φθιώτιδα και την Ευρυτανία- εύρισκε και μαγειρευμένο φαγητό. Στα πανηγύρια δε του χωριού, του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας ήταν και το μαγαζί που έφερνε όργανα και διασκέδαζε ο κόσμος. Από το αυτοσχέδιο πάλκο στο μαγαζί του Τσώνου πέρασαν και έπαιξαν ορισμένοι από τους καλύτερους μουσικούς της περιοχής.

«Στην αρχή τα πανηγύρια» θυμάται ο Πάνος, «γίνονταν σε μια παράγκα απέναντι από το σημερινό μαγαζί γιατί στο πέρασμά τους οι Γερμανοί από τον Άγιο Γεώργιο τον Αύγουστο του ’44 δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Μετά σιγά – σιγά άρχισα να χτίζουν και ολοκλήρωσαν σύντομα το σημερινό μαγαζί που γνώρισε όπως προαναφέρθηκε δόξες τα περασμένα χρόνια που ήταν ακόμη γεμάτα τα χωριά από κόσμο και τα τελευταία χρόνια συστηματοποίησαν και την παραγωγή λουκάνικων τα οποία είναι ονομαστά και πέρα από τα σύνορα της Δυτικής Φθιώτιδας, πράγμα που ακολούθησαν και άλλα μαγαζιά στο χωριό.

Ο Πάνος αφηγείται πως ξεκίνησαν να κάνουν λουκάνικα για το μαγαζί: «Στην αρχή κόβαμε το κρέας με τον μπαλτά και γεμίζαμε τα έντερα με το χωνί, μετά πήραμε μια χειροκίνητη μηχανή κιμά αλλά γρήγορα περάσαμε στις αυτόματες ηλεκτρικές μηχανές και φτιάχνουμε εξαιρετικά παραδοσιακά λουκάνικα, τέχνη για την οποία φημίζεται ολόκληρο το χωριό γιατί εκτός από εμάς, ασχολούνται και άλλα τρία – τέσσερα μαγαζιά και όλοι βγάζουν εξαιρετικά λουκάνικα. Όλοι επίσης φροντίζουμε να έχουμε και καλά κρέατα, κυρίως ντόπια καθώς ο τόπος μας κρατάει αρκετές κτηνοτροφικές μονάδες και μεγάλα κοπάδια».


Και να μην ξεχνάμε, για τους χορτοφάγους έχουμε και άλλες προτάσεις… http://actimon.blogspot.gr/2016/10/blog-post.html






ΑΘΗΝΑ, 13122016